Ημέρα 28η/100η.
Ήμουν 19 θυμάμαι, πρέπει να ήταν Μάιος ή αρχές Ιουνίου. Θυμάμαι να κάθομαι στο μπαλκόνι και να πίνω ρούμι, μαύρο, να καπνίζω, ακούγοντας τον αγαπημένο μου δίσκο της Billie Holliday, που τυγχάνει να είναι και ο πιο μελαγχολικός της.
Δεν θυμάμαι το όνομα του δίσκου, αλλά γαμώ, ήταν διαμάντι αυτός ο δίσκος.
Έρχεται ο αδερφός μου στη βεράντα και κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα από μένα αλλά, μακριά. Καθίσαμε εκεί, μαζί, χωρίς να πούμε κουβέντα για περίπου 2 ώρες. άνοιγε το κινητό του ανά μισή ώρα και χάζευε για κάνα πεντάλεπτο, μετά το έκλεινε και κοιτούσε τη θάλασσα.
Βλέπεις, εγώ αυτή τη θάλασσα την έβλεπα και έφτιαχνα ιστορίες για το τι γινόταν πέρα από αυτήν. Την ίδια θάλασσα κοιτούσε και ένα νιόπαντρο ζευγάρι, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ένα έφηβο ζευγάρι, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Την ίδια θάλασσα κοιτούσαν και μια χήρα που έχασε τον άντρα της σε τροχαίο, ένας χήρος που έχασε τη γυναίκα του από καρκίνο, εκείνο το παιδί που έχασε τον κολλητό του από υπερβολική δόση. Την ίδια θάλασσα, κοιτούσε και εκείνος ο ερωτευμένος έφηβος, εκείνος ο φοιτητής, ο τριαντάρης, ο υπερήλικας. την κοιτούσε μια κοπέλα που περίμενε να πάει η ώρα για να βγει το πρώτο της ραντεβού με το αγόρι που της άρεσε, εκείνη η κοπέλα που έχασε εκείνη τη δουλειά, εκείνο το παιδί που έκλεισε το μαγαζί του από χρέη.
Αυτά σκεφτόμουν όσο κάπνιζα απανωτά τσιγάρα, ακούγοντας εκείνον τον δίσκο. καθόμουν εκεί για ώρες, μόνο που εκείνη τη μέρα είχα τον αδερφό μου δίπλα.
Εκείνη η μέρα, ήταν πολύ πιο δύσκολη από άλλες. Εκείνη τη μέρα, το κενό απ' τη βεράντα φάνταζε η μόνη λύση, η εύκολη. Τι νόημα είχε η ζωή άλλωστε; Όλοι την ίδια θάλασσα χαζεύουμε και η θάλασσα είναι κενό. Μπορεί να μην επιπλέεις μερικές φορές όταν πέφτεις σε αυτήν, αλλά άλλες το κάνεις. Εγώ δεν ήθελα να επιπλέω εκείνη τη μέρα. Ήθελα να τελειώσει.
Γυρνάει κάποια στιγμή ο αδερφός μου και μου λέει "Ρε μαλάκα (insert my name here - ωχ θεέ μου, τον ακούω να το λέει -), μην είσαι έτσι συνέχεια, δε μπορώ να σε βλέπω έτσι, δε σου πάει, τι έχεις;"
Και εκεί, πάγωσαν όλα. Γύρισα, τον κοίταξα, έσβησα το τσιγάρο και έκλεισα τη μουσική. Κλάψαμε, για ώρα, αγκαλιασμένοι. Είχε πάει μία; Δύο το βράδυ; Δε με ένοιαξε.
Άνοιξα το κινητό, και αυτή τη φορά έβαλα χαρούμενα τραγούδια. Δυνατά. Χορεύαμε, σαν να μη μας ένοιαζε, σαν να ήταν δικός μας ο κόσμος. Ήρθαν οι γονείς μας έξω, και χόρεψαν και αυτοί μαζί μας. Ήταν η πιο χαρούμενη και ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου.
Εκείνη τη μέρα, σκέφτηκα πως, έχει νόημα τελικά. αυτή η θάλασσα, έχει νόημα. Το κενό, δεν έχει. Οι ιστορίες όμως που τη συνοδεύουν, έχουν. Δεν αξίζει να πέσω στο κενό. Δεν αξίζει, γιατί έχω τον αδερφό μου. Το μικρό, σκατιάρικο μωρό που ήρθε ένα πρωί στο σπίτι και έπιανε με όλη του τη δύναμη τα δάχτυλα των χεριών μου, όμως το έκανε με αγάπη. Ήμουν 6 όταν τον γνώρισα.
Για τον αδερφό μου λοιπόν, έχει νόημα. για αυτόν, αξίζει.
Πλέον τη θάλασσα, την κοιτάνε και δυο αδέρφια, που γλίτωσαν από το κενό, από το να μας χωρίσει αυτό.