sousleys

My Follow Forever and Evers~ :D You were the ones I added on my very first day on Tumblr, and I have never regretted it! You guys are always on top of AmeCan goodness, and not to mention, kinnnnd, and AWESOME writers as well; I am glad to have met you! 

(Sorry for the oogleh camera pics…D":)

—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—

Γέμισε το διαδίκτυο και η τηλεόραση με την εμβληματική φωτογραφία των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού, που σηκώνουν την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ. Είναι τα 70 χρόνια από το τέλος του Πολέμου στην Ευρώπη και σωστά όλοι βρήκαν την φωτογραφία του Γιεβγκένι Κχαλντέι την πιο χαρακτηριστική. Μιλάει από μόνη της: Οι ναζί νικήθηκαν, με το αίμα από εκατομμύρια θύματα κλείνει το πιο μαύρο κεφάλαιο του εικοστού αιώνα και ξεκινά μια νεα εποχή. Από τις πιο δυνατές εικόνες, γεμάτη με την ιστορία όλου του εικοστού αιώνα. Πόλεμος, ειρήνη, ναζί, Σοβιετική Ένωση, πόνος, θάνατος, ελπίδα — κι όλα αυτά χωρίς ηγέτες, χωρίς στρατηγούς, μόνο με σύμβολα και με απλούς, ανώνυμους ανθρώπους, που αλλάζουν την ιστορία. Η ιστορία αυτής της καταπληκτικής φωτογραφίας όμως ξεκινά από μια άλλη φωτογραφία, μιας άλλης σημαίας, δυόμιση μήνες νωρίτερα.

23 Φεβρουαρίου 1945, Ειρηνικός Ωκεανός, στο νησάκι Ιβοτζίμα

Οι 70.000 Αμερικανοί πεζοναύτες κι οι 23.000 Γιαπωνέζοι στρατιώτες βρίσκονται εδώ και 4 μέρες σε μια λυσσασμένη μάχη σώμα με σώμα για μερικά χιλιόμετρα μαύρου ηφαιστειογενούς βράχου στη μέση του ωκεανού. Μεχρι τα τέλη Μαρτίου, που επίσημα θα κυρήξουν το νησάκι «ασφαλές κι υπό πλήρη κατοχή των ΗΠΑ», οι Αμερικανοί θα θρηνούν 26.000 απώλειες — 7.000 νεκρούς και 19.000 βαριά τραυματίες. Κι όσοι επιζήσουν θα τυραννιούνται μια ζωή με την «ενοχή του επιζήσαντα», αυτό που οι ψυχίατροι των στρατιωτικών νοσοκομείων θα ονομάσουν αργότερα “Iwojima Survivors Guilt”. Οι Γιαπωνέζοι από την άλλη θα παλέψουν μέχρι θανάτου. Η παράδοση ή κι η σκέψη ακόμη της επιβίωσης είναι βλασφημία κι επιφέρει αιώνια ατίμωση, όπως αναφέρει το Bushido, ο αρχαίος κώδικας τιμής του πολεμιστή που η αυτοκρατορική, ρατσιστική, μιλιταριστική Ιαπωνία έχει επιβάλει στην ψυχή και στο σώμα κάθε Γιαπωνέζου από την γέννησή του. Έτσι, από τους 23.000 υπερασπιστές, 19.000 θα πεθάνουν στη μάχη ή θα αυτοκτονήσουν τελετουργικά, μερικές φορές συνδυάζοντας και τα δυο, αφαιρώντας τη δυνατότητα στους καταγραφείς να ξεδιαλέξουν σε ποια κατηγορία θα τους καταχωρήσουν. Άλλοι 3.700 θα παραμείνουν κρυμμένοι για χρόνια σε σπηλιές, να υπερασπίζονται έναν αυτοκράτορα που έχει ήδη συνθηκολογήσει και πίνει σάκε με τον αμερικανό πρέσβη και επενδυτές από την Οκλαχόμα στο παλάτι του στο Τόκιο. Οι τελευταίοι θα παραδοθούν πολλά χρόνια αργότερα, αφού πρώτα απεσταλμένοι του αυτοκράτορα θα τους πείσουν ότι τα πράγματα άλλαξαν αδιανόητα πολύ. Μόνο 300, τέλος, θα πιαστούν αιχμαλώτοι και θα αναγκάσουν τους Αμερικανούς να τους δέσουν για μέρες χειροπόδαρα γιατί με το παραμικρό προσπαθούν να αυτοκτονήσουν.

Αυτή την 4η μέρα της μάχης, οι Αμερικανοί πεζοναύτες καταφερνουν υπό το βλέμματου Υπουργού Ναυτικού των ΗΠΑ Τζέιμς Φόρεσταλ, που παρακολουθεί από ένα πλοιάριο ανοιχτά των απότομων ακτών, να ανέβουν και να πάρουν το σβησμένο ηφαίστειο, το μεγαλύτερο ύψωμα του νησιού, 144 μέτρα όλο κι όλο. Ανεβάζουν τη σημαία. Ο Υπουργός, τρελός από χαρά —κι ασφαλής από ξώφαλτσες αρμενίζοντας στα ανοιχτά—, ζητάει την σημαία για σουβενίρ. Ο συνταγματάρχης Τζόνσον που παίρνει την fucking διαταγή, αφού τον βρίζει πατόκορφα, στέλνει τον υπασπιστή του να βρεί μια άλλη σημαία να ανεβάσουν. «Και κοίτα να ειναι μεγαλύτερη», του λέει. Σε λίγο, η νέα μεγάλη σημαία φτάνει στην κορυφή. Έξι πεζοναύτες που βρίσκονται εκεί για να αμολήσουν τηλεφωνικά καλώδια κατεβάζουν την υπουργική πρώτη, βάζουν τη δεύτερη, τη μεγάλη σημαία σε ένα σωλήνα νερού και την ανεβάζουν.

 Τζο Ρόζενταλ

Ο Τζο Ρόζενταλ, 33 χρόνων τοτε, ρωσικής (κι εβραϊκής) καταγωγής μετανάστης στις ΗΠΑ, έχει απορριφθεί ως φωτογράφος του στρατού γιατί φοράει γυαλιά. Πιάνει δουλεά στο Associated Press και μέσω του πρακτορείου είναι αποσπασμένος στο σώμα των πεζοναυτών. Κατα τύχη βρίσκεται εκεί. Την φωτογραφία της (πρώτης) σημαίας την εχει βγάλει ένας άλλος, ο καημένος Λούις Λόουερι, που έβγαλε την κανονική σημαία μεσα σε σφαίρες και βόμβες και γιαπωνέζικα σπαθιά — αλλά τον έφαγε η μαρμάγκα.

Η φωτογραφία της «πρώτης σημαίας» από τον Λούις Λόουερι

Ο Ρόζενταλ λοιπόν δεν περιμένει τίποτα συγκλονιστικό, έχει αφήσει την κάμερα του κάτω στο χώμα, σε τυχαία ταχύτητα και διάφραγμα — ναι, τοτε έβαζες ταχύτητα και διάφραγμα, δεν τα εκανε αυτόματα όλα το iPhone. Ο Bill Genaust, φίλος του και συνάδελφος, με μια κινηματογραφική κάμερα ακριβώς πίσω του τραβάει τη θέα. Βλέποντας τους έξι να σηκώνουν τον σωλήνα με τη σημαία, του χτυπάει την πλάτη, χέι, για δες εκεί, αυτός ασυναίσθητα τραβάει τη μηχανή από κάτω και πατάει το κουμπί.

Η σκηνή τραβηγμένη από τον Bill Genaust, που σκοτώθηκε στην Ιβοτζίμα ύστερα από εννιά μέρες

Δεν ξέρει τι εχει τραβήξει. Η μέρα συνεχίζεται με διάφορες μάχες και θανατικό. Στο τέλος, όπως κάθε δυο τρεις μερες, τα στέλνει όλα με στρατιωτικό υδροπλάνο στο Γκουάμ, χίλια μίλια μακριά, να εμφανιστούν. Όταν ο τεχνικός βλέπει την μόλις εμφανισμένη φωτογραφία μένει κολώνα. Τη στέλνει επειγόντως στο Associated Press στη Νέα Υόρκη και πριν κλείσει 24ωρο η τυχαία λήψη βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των ΗΠΑ και σε λίγες εβδομάδες σε όλο τον κόσμο. Γίνεται η πρωτη κι η μόνη φωτογραφία που κερδίζει το βραβείο Πούλιτζερ την χρονιά που τραβήχτηκε. Γίνεται άγαλμα, ταινία και τραγούδι. Μπαίνει στο ιστορικό υποσυνείδητο για δυο γενιές: ιδού μπροστά σας, οι αμερικανοί νικούν στον πόλεμο, ενωμένοι, χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα τους.

Η φωτογραφία της «δεύτερης σημαίας» από τον Τζο Ρόζενταλ

Έγινε τραγουδι λοιπόν. Το τραγούδι είναι για τον πρώτο από αριστερά, τον Ira Hayes. Οι άλλοι πέντε ήταν οι Franklin SousleyMichael StrankHarlon BlockJohn BradleyRene Gagnon, κι από αυτούς, οι τρεις πρώτοι σκοτώθηκαν τις επόμενες μέρες στην Ιβοτζίμα. Οι άλλοι τρεις που έμειναν ζωντανοί γύρισαν πίσω —εντολή του Προεδρου— και τους περιέφεραν ως ήρωες από χωριό σε χωριό, για να ανεβάσουν το ηθικό και να ζητήσουν από τους Αμερικανούς να αγοράσουν πολεμικά ομόλογα.

Ο Ira Hayes, είκοσι δυο χρόνων δεν αντέχει, δεν ξέρει γιατί έχει επιζήσει, δεν του αρέσει να τον πηγαινοφέρνουν, πίνει. Θα βοηθήσει να τον καταλάβουμε αν πούμε το βασικό στοιχείο για την ζωη του: ο Ira Hayes είναι Ινδιάνος. Έχει γεννηθεί στον καταυλισμό και κοιτάει με απόγνωση όταν τον ξυπνάνε την νύχτα από το κρεβατι του για να τον ρωτήσουν «εσύ είσαι ο Ινδιάνος που έβαλες τη σημαία;»  Τον παρατάνε να πάει στο καλό ή στο διάολο κι αυτός συνεχίζει να γυρνάει την Αμερική αλλά μόνος και σιωπηλός και πίνοντας φτηνό ουίσκι. Θα τον βρουν νεκρό σε ένα νερόλακκο, στον ινδιάνικο καταυλισμό, το 1955. Θα γινει λαϊκό τραγουδι από τον P. LaFarge που θα ερμηνεύσουν ανάμεσα σε άλλους ο Τζόνι Κας κι ο Μπομπ Ντύλαν. Θα γινει σύμβολο της καλής και της κακής Αμερικής τη δεκαετία του ’60.

They’d let him raise the flag and lower it
Like you’d throw a dog a bone!
He died drunk early one mornin’
Alone in the land he fought to save
Two inches of water in a lonely ditch
Was a grave for Ira Hayes.

Η φωτογραφία του Roshenthal γίνεται λοιπόν διάσημη παγκοσμίως πολύ γρήγορα. Εκπληκτικά γρήγορα για την δεκαετία του ’40 και μέσα σε πόλεμο. Σήμερα μια φωτογραφία θέλει ώρες να γίνει viral, αλλά τότε η εξάπλωσή της σε μερικές βδομάδες είναι μοναδικό φαινόμενο. Μόνο από το σχεδόν εξωπραγματικό της γκελ στο μάτι όλων των ανθρώπων του κόσμου και την τεράστια ώθηση της από το σύνολο της πολεμικής προπαγανδιστικής μηχανής των ΗΠΑ (ουσιαστικά για να λάβει  προκαταβολικά μέρος στον επερχόμενο ψυχρό πόλεμο) μπορει να εξηγηθεί.

Όταν έφτασε στο Κρεμλίνο, διάφοροι Σοβιετικοί αξιωματούχοι —κάποιες πηγές μιλούν για τον Στάλιν αυτοπροσώπως— ήξεραν ότι η απάντηση ήταν επιβεβλημένη. Είχαν πληρώσει το μεγαλύτερο φόρο αίματος, οσονούπω θα σάρωναν τους ναζί στη μισή και παραπάνω Ευρώπη, θα έμπαιναν στις πρωτεύουσες των κατεχόμενων χωρών, στη μια μετά την άλλη, θα έμπαιναν στη Γερμανία, θα έπνιγαν το τέρας μέσα στο Βερολίνο. Αλλά όλα αυτά θα μπορούσαν να περάσουν σε δεύτερη μοίρα γιατί οι Αμερικανοί έβγαλαν τη φωτογραφία στην Ιβοτζίμα. Αποκλείεται. Ναι, κάποιες πηγές λένε οτι ο ίδιος ο σ. Στάλιν ζήτησε να σταλεί ο καλύτερος φωτογράφος και να αποθανατίσει την νίκη στο Βερολίνο. Ζήτησε να είναι κι αυτή μια φώτογραφία με σημαία. Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, όχι η κόκκινη με το αστέρι του Κόκκινου Στρατού. Και να είναι στο Βερολίνο.

Ο Γιεβγκένι Ανάνεβιτς Κχαλντέι γεννήθηκε την πιο σημαντική χρονιά για την Σοβιετική Ένωση, τη χρονιά της μεγάλης επανάστασης, το 1917, στο Ντόνετσκ της σημερινής Ουκρανίας. Και ναι, σε μια επίδειξη ιστορικής δικαιοσύνης κι ειρωνίας ήταν κι αυτός Εβραίος. Οι δυο φωτογραφίες της νίκης απεναντι στους ναζί και τους συμμάχους τους είναι φωτογραφίες Εβραίων. Δεν του άρεσε το σχολείο. Του άρεσε να τραβάει φωτογραφίες. Δεν ήθελε να γίνει αγρότης όπως έπρεπε. Στα 19 του στρώθηκε έξω από το πρακτορείο TASS και έμπαινε κάθε μέρα να δείξει το πορτφόλιό του στους υπεύθυνους για να τον προσλάβουν. Στις συνθήκες κεντρικά κι αυστηρά σχεδιασμένης οικονομίας του 1930 το να θες να γίνεις κατι άλλο από αυτό που πρέπει ήθελε κότσια. Ήταν γραφτό του, τα κατάφερε. Όταν αρχίζει ο πόλεμος βγάζει όλο και πιο ώριμες, όλο και πιο ολοκληρωμένες πολεμικές φωτογραφίες. Γίνεται ο αγαπημένος φωτογράφος της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού. Και τραβά το ενδιαφέρον και ακόμη πιο υψηλών θαυμαστών.

 Κχαλντέι, Μουρμάνσκ 1941 — η αγαπημένη φωτογραφία του Στάλιν

Μια μέρα τον καλούν στο Κρεμλίνο. Θέλει να τον γνωρίσει ο Στάλιν. Προφανώς εκεί έκανε καλή εντύπωση. Όταν πρέπει να βρεθεί ο φωτογράφος που θα βγάλει την φωτογραφία της νίκης, της φωτογραφίας που θα κοντράρει αυτή του Ρόζενταλ στην Ιβοτζίμα, το όνομα του είναι από τα πρώτα που αναφέρονται. Ο ίδιος, χωρίς να ξέρει τη μοίρα του, έχει δει την φωτογραφία της Ιβοτζίμα και ήδη σχεδιάζει μια ανάλογη, αγνοώντας ότι σύντομα θα την ξεπεράσει. Από την οικογένειά του, ο πατέρας του και τρεις αδερφές του έχουν εκτελεστεί από τους ναζί. Εβραίοι, Juden. Η μητέρα του κι ο παππούς του είχαν σκοτωθεί στα πογκρόμ της Ουκρανίας την περίοδο του εμφυλίου. Η άλλη αδερφή του είναι στο Ντόνετσκ. Στη Μόσχα είναι ο θείος του, ράφτης στο επάγγελμα. Του πηγαίνει τρία κόκκινα τραπεζομάντιλα και τον παρακαλεί να φτιάξει μια τεράστια σημαία. Όταν τον καλούν πάλι στο Κρεμλίνο και του αναθέτουν τη Φωτογραφία, έχει έτοιμη την σημαία. Ανεβαίνει στο αεροπλάνο με τις διαταγές στην τσέπη του παλτού του, την σημαία, την τσάντα με τις μηχανές του και το περισσότερο φιλμ που είχε ποτέ στη διάθεση του. Προορισμός Βερολίνο, στην πρώτη γραμμή.

Στο Βερολίνο από τις 14 Απριλίου παίζεται η τελευταία αιματηρή πράξη. 250.0000 στρατιώτες και 7.500 σοβιετικά τάνκς προχωράνε για να τελειώσουν τον πόλεμο. Ο Χίτλερ με 75.0000 εξαντλημένους στρατιώτες, γέρους και παιδιά με στολή, αμύνεται στην πρωτεύουσα, που ειναι το μόνο μέρος όπου έχει πια εξουσία. Στο μυαλό του εγκληματία δεν υπαρχει Γερμανία χωρις αυτόν, άρα δεν υπάρχουν Γερμανοί αν σκοτωθεί. Η εντολή είναι να πέσουν ηρωικά μαχόμενοι. Ειδικά παλαβωμένοι SS γυρνάνε τα οδοφράγματα κι εκτελούν επί τόπου όποιον δείχνει δισταγμό ή κάνει έστω και νύξη για παράδοση. Εδώ δεν υπαρχει Bushido, υπάρχει το επιθανάτιο έγκλημα ενός τρελού θανατολάγνου. 100.000 στρατιώτες από κάθε πλευρά θα πέσουν νεκροί, άλλοι τόσοι άμαχοι, εκατοντάδες χιλιάδες Σοβιετικοί και Γερμανοί θα τραυματιστούν σοβαρά στη μαχη του Βερολίνου.

Ο Κχαλντέι στο αεροπλάνο σκέφτεται ποιο ειναι το ιδανικό σκηνικό για την φωτογραφία της νίκης. Η Πύλη του Βρανδεμβούργου; Το Τέμπεχολφ; Η Όπερα Κρολ; Τα γραφεία του NASDAP, του ναζιστικού κόμματος; Όχι, όχι. Το Ράιχσταγκ. Η Βουλή. Το πιο διάσημο κτίριο του Βερολίνου. Τι σημασία έχει πως ειναι το κτίριο που μισούν περισσοτερο οι ναζί; Ότι για αυτούς συμβολίζει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης κι ότι το 1933 το έκαψαν για να χρησιμοποιήσουν το γεγονός ως αφορμή να εγκαθιδρύσουν την πλήρη δικτατορία τους; Ότι είναι άδειο και κενό από τοτε; Η φωτογραφία δεν απευθύνεται στους ναζί, το μήνυμα εχει αποδέκτες την ανθρωπότητα και την ιστορία, και το μύνημα ειναι πως ο Χίτλερ νικήθηκε και στην πρωτεύουσα του ανεμίζει το σφυροδρέπανο. Κι αυτό φαίνεται αν μπει η σημαία στο πιο διάσημο κι αναγνωρίσιμο κτίριο του Βερολίνου.

Φτάνει μαλλον στις 30 Απριλίου και μαθαίνει οτί το Ράιχσταγκ έπεσε. Ο Στρατάρχης Ζούκοφ έχει βγάλει ήδη ανακοινωθέν. Δεν απελπίζεται, πρέπει να φτάσει στην πρώτη γραμμή, η Φωτογραφία δεν εχει βγει ακόμη, μια μέρα πριν, μια μέρα μετά, τι σημασία έχει. Τότε οι φωτογραφίες δεν είχαν «ψηφιακό αποτύπωμα», η ημερομηνία λήψης τους ήταν κατά δήλωση —και κατ’ επίκληση— του φωτογράφου τους. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι ο Καζάκος στρατιώτης Ρακιμιζάμ Κοσκαρμπάγιεφ έχει σκαρφαλώσει στις 10 το βράδυ της ίδιας μέρας στην οροφή του Ράιχσταγκ κι έχει βάλει τη σημαία της μονάδας του στο στέμμα της Γερμανίας, ενός αγάλματος που δεσπόζει στον τρούλο. Αλλά ειναι βράδυ, δεν βγαίνει καμιά φωτογραφία, την άλλη μέρα το πρωί Γερμανοί ακροβολιστές πυροβόλουν και ρίχνουν τη σημαία. (Ο Ρακιμιζάμ δεν θα παρει ποτέ τον Χρυσό Αστέρι του Κόκκινου Στρατιώτη που δικαιούται, παρότι η σημαία του ονομάζεται επίσημα το Λάβαρο της Νίκης. Είναι, λέει, από μπουρζουάδικη οικογένεια). Όχι, έχει ακόμη καιρό ο Γιεβγκένι, θα τα καταφέρει. Επίσης δεν ξέρει οτί λιγο πιο κει, σε ένα υπόγειο, την ίδια ώρα περίπου, αυτοκτονεί ο Χίτλερ. Ο πόλεμος εχει τελειώσει, πρέπει να το μάθουν κι οι Γερμανοί.

2 Μαΐου 1945, Βερολίνο

Ο Κχαλντέι καταφέρνει να φτάσει στο Ράιχσταγκ ασφαλής στις 2 Μαΐου το πρωί. Θα βρει στο προαύλιο στρατιώτες, θα εκμεταλλευτεί το βαθμό του (είναι υπολοχαγός) και θα διαλέξει τρεις. Ειναι νεαροί, αμούστακα παιδιά. Τυχαία εντελώς, ο ένας λέγεται Αλεξέι Κοβαλιόφ κι είναι Ουκρανός, ο άλλος Αλεξέι (ή Λεονίντ) Γκορίτσεφ κι είναι Λευκορώσος κι τρίτος Αμπντουρχακίμ Ισμαΐλοφ κι είναι από το Νταγκεστάν. Ανεβαίνει μαζι τους στον τρούλο. Βγάζει από την τσάντα τις μηχανές του. Βγάζει και τη σημαία. Διαλέγει την γωνία. Εδώ, λέει στον Κοβαλιόφ. Αυτός σκαρφαλώνει στην άκρη κι ανεμίζει τη σημαία. Τον κρατάει ο Γκορίτσεφ, χωρίς να κρύβει οτι φοράει ρολόγια και στα δυο του χέρια. Χωρίς να κρύβει δηλαδή ότι έχει πλιατσικολογήσει. Ο Ισμαΐλοβ πιο δίπλα, πισω από την κολώνα κρατάει το πόδι του Ουκρανού. Ο Γιεβγκένι το ξέρει πως έχει αυτό που ζητούσε. Τραβάει σχετικά ήσυχος όλο το φιλμ που έχει στη μηχανή, 36 πόζες. Είναι η τελευταία μέρα της μάχης του Βερολίνου, αλλά ακούγονται σποραδικά κροταλίσματα από πολυβόλα και ξεροί κρότοι από τις καραμπίνες των ακροβολιστών. Δεν θα αφήσει όμως τίποτα να του χαλάσει αυτό που ξέρει πως θα είναι το έργο της ζωής του.

Το Βερολίνο έπεσε στις 2/5 αλλά ο πόλεμος στην Ευρώπη θα κρατήσει μεχρι να συνθηκολογήσουν τα τελευταία στρατεύματα των ναζί στις 9/5. Ο Κχαλντέι ήδη στις 2/5 το βράδυ θα είναι στο αεροπλάνο για τη Μόσχα. Θα εμφανίσει το φιλμ. Θα διαλέξει την πόζα. Θα δεχτεί από τους προπαγανδιστές να κρύψει τα δυο ρολόγια του πλιατσικολόγου Γκορίτσεφ. Θα προσθέσει καπνούς στον ορίζοντα για να δείξει ότι όλα γίνονται μέσα στη φωτιά της μάχης. Θα δεχτεί να αναφέρονται ως δυο οι στρατιώτες που υψώνουν την σημαία γιατί ο τρίτος δεν φαίνεται. Θα μάθει ότι οι στρατιώτες δεν ειναι —για όνομα του συντρόφου Λένιν— αυτοί που είναι. Όχι, δεν είναι ένας Ουκρανός, ένας Λευκορώσος κι ένας από το Νταγκεστάν. Είναι —κι αυτό θα αποτελεί την επίσημη εκδοχή μεχρι το 1990— ο Μελίτον Καντάρια, ένας Γεωργιανός στρατιώτης που σηκώνει την σημαία. Ένας συμπατριώτης του συντρόφου Στάλιν, τι άλλο; Κι ο Μιχαήλ Γιεγκόροφ, ένας Ρώσος φυσικά, που τον κρατάει. Θα μάθει τέλος, το κυριότερο: η φωτογραφία δεν θα βγει στο ονομά του αλλά ανώνυμη. Θα το δεχτεί κι αυτό. Έκανε το καθήκον του απέναντι στην Ιστορία, στην πατρίδα. Είκοσι εκατομμύρια Σοβιετικοί έπεσαν νεκροί στον πόλεμο ενάντια στους ναζί, ας έχει το όνομά τους η φωτογραφία. Ας έχει, στο μυαλό του έστω, το όνομα του Εβραίου πατέρα του και των τριών αδελφών του. Ας έχει το όνομα της νίκης ή της ειρήνης. Κάποια ελπίδα. Ας έχει κάτι από το μέλλον.

#gallery-0-8 { margin: auto; } #gallery-0-8 .gallery-item { float: left; margin-top: 10px; text-align: center; width: 100%; } #gallery-0-8 img { border: 2px solid #cfcfcf; } #gallery-0-8 .gallery-caption { margin-left: 0; } /* see gallery_shortcode() in wp-includes/media.php */



Γιεβγκένι Ανάνεβιτς Κχαλντέι, Βερολίνο, 2 Μαΐου 1945

Θα αναγνωριστεί ανεπίσημα ως ο φωτογράφος της Νίκης τη δεκαετία του ’60 και επίσημα μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Εν τω μεταξύ, αφού καλύψει την δική της Νυρεμβεργης και γίνει εκεί φίλος με τον Ρόμπερτ Κάπα, που θα του χαρίσει μια μηχανή, στην επιστροφή θα απολυθεί από το TASS γιατί «έχει χαμηλό πολιτικό επίπεδο και μηδαμινό επίπεδο κουλτούρας» και γιατί «δεν εξελίσσεται η δουλειά του». Ο ιδιος θα πει ότι ο πραγματικός λόγος είναι γιατί ήταν Εβραίος κι οι υπεύθυνοι στο πρακτορείο αντισημίτες. Ίσως και το δώρο του Κάπα να έπαιξε κι αυτό ρόλο. Θα βολοδέρνει μεχρι το ’60 που θα βρει δουλειά στη Πράβντα.

Δεν συνάντησε ποτέ τον Τζο Ρόζενταλ, αν και σε κάποιες συνεντεύξεις ειπε ότι θα ήθελε να τον δει και «να συζητήσουν για σημαίες και για το πώς περνάνε την ώρα τους οι γέροι Εβραίοι φωτογράφοι».

#gallery-0-9 { margin: auto; } #gallery-0-9 .gallery-item { float: left; margin-top: 10px; text-align: center; width: 100%; } #gallery-0-9 img { border: 2px solid #cfcfcf; } #gallery-0-9 .gallery-caption { margin-left: 0; } /* see gallery_shortcode() in wp-includes/media.php */



* * *

Σημείωση: Η ιστορία των δυο φωτογραφιών έχει πολλές πτυχές, αλληλοσυγκρουόμενες κι από πολλές πηγές. Έχω διαλέξει κάποιες που φτιάχνουν έναν κάποιο μύθο, αλλά αυτό δεν σημαινει ότι άλλες εξιστορήσεις δε μπορούν να είναι τουλάχιστον ισοδύναμες. Δεν υπάρχει μία αλήθεια ούτε στη φωτογραφία, την πιο «αληθινή» τέχνη. Επίσης, φαίνεται νομίζω που βάζω προσωπική κρίση, κι εκεί αναλαμβάνω όλη την ευθύνη.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Iconic image

Το dim/art στο facebook

Δυο φωτογραφίες, δυο σημαίες, ένας πόλεμος. —του Γρηγόρη Καραγρηγορίου— Γέμισε το διαδίκτυο και η τηλεόραση με την εμβληματική φωτογραφία των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού, που σηκώνουν την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ.