kenoe

Ρε παιδί μου..
κοίτα
Εγώ ήθελα να σου μάθω πολλά
για την ζωή, τους ανθρώπους, τα πολιτικά, τα βιβλία
και άλλα τέτοια
όπως γίνεται συνήθως στις ταινίες που σου μάθανε τον έρωτα
Να ζήσουμε συναρπαστικά
να κάνουμε άγριο σεξ
και να γελάμε με τ’ ανθρωπάκια
λέγοντας αστεία που θα καταλαβαίνουμε μόνο εμείς
Να σου πουλάω μούρη
αλλά να μην ψαρώνεις
και να με γειώνεις με μια ατάκα του τύπου:
“Χέσε μας ρε μωρό μου
Σε ξέρω καλύτερα κι απ’ την παλάμη μου.”
Να καθόμαστε στο κρεβάτι τα μεσημέρια
εσύ να κοιμάσαι πάνω στο στήθος μου
κι εγώ να διαβάζω τα δικά μου
Να πίνουμε καφέ και να παίζουμε τάβλι σε κάποιο μπαλκόνι
με θέα άλλα μπαλκόνια
που αράζουν γέροι που περιμένουν στωικά να ‘ρθει η ώρα τους
κάποιο μεσημέρι κάποιου καλοκαιριού
τότε που η ζέστη λιώνει τους δείκτες των ρολογιών
και οι ώρες περνάνε απαρατήρητες
Αλλά ρε γαμώτο
ήτανε λάθος το timing
κι εγώ είχα τα δικά μου
κι η μετεφηβεία σου δεν βοηθούσε καθόλου
και μάλλον δεν είμαστε και όσο ενδιαφέροντες νομίζουμε
εν τέλει
Κι ίσως θα ‘πρεπε να συμβιβαστούμε μ’ αυτό
Ίσως κι όλες οι σχέσεις να ‘ναι έτσι
άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο
Ίσως να κάνουνε κι όλα τον κύκλο τους
Και χαίρω πολύ πρέπει να δεχτώ την πραγματικότητα ως έχει
και βάση αυτής να πορεύομαι

Μα να..
είναι αυτή η περίεργη σχέση μου με το τέλος
οποιοδήποτε τέλος
που ποτέ δεν μπόρεσα να χωνέψω
Θες να “συνεχίσουμε να τα λέμε” παρόλ’ αυτά
κάποια στιγμή
Καλά θα δούμε
ΥΓ. Το μέρος που χαιρετηθήκαμε για πρώτη φορά
έτυχε να είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό
που χαιρετηθήκαμε την τελευταία
Ένας πεζόδρομος έξω από έναν σταθμό του ηλεκτρικού
Να που ζήσαμε κι εμείς
οι χλιαροί κάτι
που να θυμίζει ταινία!

“24χρονος νεκρός σε τροχαίο ανήμερα των γενεθλίων του.”


Αν εκείνο το βράδυ, κάποιος μου έλεγε: “Η Κυριακή που ξημερώνει θα είναι η χειρότερη της ζωής σου, πρόκειται να ζήσεις τον μεγαλύτερο φόβο & εφιάλτη σου” και μου ζητούσε να βάλω έναν τίτλο, ακριβώς αυτόν θα έβαζα. Γιατί αυτός ήταν. Μέχρι που έγινε πραγματικότητα, και τον τίτλο δεν τον διάλεξα εγώ, μα αυτοί που έγραψαν τα άρθρα που πήραν φωτιά, εκείνη την Κυριακή.

Σάββατο 24 Ιουνίου

Το πρώτο μου Σάββατο στο νησί μου μετά από έναν χειμώνα φοιτητητικής ζωής στην Αθήνα. Κανονικά, θα έπρεπε να είμαι μες τον ενθουσιασμό και να είμαι έτοιμη απ’ τις 12 για να βγώ. Όμως, με έπνιγε ένας τεράστιος κόμπος και δεν ήθελα να κουνηθώ. Είχε πάει 2 παρά, κι ενώ η αδιαθεσία μεγάλωνε, κάτι μέσα μου με “ανάγκασε να βγω” οπότε τελευταία στιγμή έβαλα ότι βρήκα μπροστά μου και βγήκα. Ήταν το πρώτο βράδυ που ήξερα πως θα βγω και θα δω μαζεμένα όλα τα άτομα που είχα τόσο καιρό να δω και μου είχαν λείψει..και πρώτα πρώτα εσένα γιατί ήξερα πως μόνο τυχαία μπορούσα να σε πετύχω πλέον. Έτσι κι έγινε, ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που είδα με το που μπήκα στο κλαμπ..Και ήρθες αμέσως προς το μέρος μου..με αυτό το τεράστιο χαμόγελο που δεν έσβηνε ποτέ από το πρόσωπο σου, έτοιμος να φλερτάρεις. Με έπιασες από το χέρι, το φίλησες, με έκανες μια στροφή και μου είπες πως έχω ομορφύνει πολύ και πως με πεθύμησες. Δίσταξα να σου απαντήσω, ήμουν τόσο μπερδεμένη, πρόσφατα είχα βγει από κάτι σοβαρό που τέλειωσε πολύ άδοξα, και δεν ένιωθα έτοιμη να μπλέξω τα πράγματα. Σε ευχαρίστησα γλυκά, και σου ευχήθηκα χρόνια πολλά, γιατί ξημέρωνε Κυριακή και θα είχες τα γενέθλια σου. Με ρώτησες αν είμαι καλά, σου είπα έτσι κι έτσι και μου είπες να μην σκάω, να χαμογελάω πάντα και να είμαι καλά όπως εσύ, που “δεν αγχώνεσαι για τίποτα, πάντα καλά είσαι”. Μου έφτιαξες λίγο το κέφι, αλλά μέσα μου ο κόμπος δενόνταν όλο και πιο σφιχτά. Η ώρα περνούσε, και δεν σταματίσαμε να κοιταζόμαστε. Καθόμασταν και σε διπλανά τραπέζια, όλως τυχαίως. Τότε μου έκανες νόημα να έρθω εκεί. Ήρθα, και δεν περίμενα να ακούσω αυτά που μου είπες. “Ξέρω ότι δεν εκφράζομαι συχνά, αλλά ρε φίλε, έχω μετανιώσει. 2 χρόνια τώρα, τραβιόμασταν και δεν σου φερόμουν με τον καλύτερο τρόπο, δεν σου αξίζει αυτό. Δώσε μου μια ευκαιρία, έχω πολλά να σου δόσω. Όχι μόνο στο σεξ, που θέλω τόσο να σε ικανοποιήσω όσο κανένας, αλλά γενικά. Να περνάμε καλά ρε παιδί μου.” Σε κοίταζα και είχα σκαλώσει στα μάτια σου. Αδύνατον να μου τα λεει αυτά ο Βασίλης, σκέφτηκα. Πάνω στο σκάλωμα μου, μου είπες “Μας έγινες Αθηναία τώρα, αλλά μην μας γράφεις τόσο.” Γέλασα και άρχισα τα “δεν ξέρω μου” και τις μαλακίες, ενώ μέσα μου πέθαινα να σε φιλήσω. Για καλή μου τύχη διάβασες το μυαλό μου, και το έκανες εσυ για εμένα. Με άρπαξες, και μου έδωσες το πιο παθιασμένο φιλί που είχαμε δώσει. Είχα ανατριχιάσει. Μου είπες να πάμε μια βόλτα, να μιλήσουμε, και ξέραμε και οι 2 μας πολύ καλά τι θα ακολουθούσε. “Πιο μετά, κάτσε λίγο” σου έλεγα. “Καλά καλά, πάμε στο μπαρ να σε κεράσω ένα ποτό για τα γενέθλια μου”.. Και πήγαμε. “Πίνεις tanqueray;” με ρώτησες, και ψιλοφρίκαρα γιατί ήσουν απ’ τα λίγα άτομα που ξέρω και πίνουν αυτό το τζιν συγκεκριμένα όταν βγάινουν. “Μόνο αυτό πίνω πλέον. Κι εσύ στο tanqueray το έχεις ρίξει;” Μου γέλασες και παράγγειλες αποφασιστικά “2 tanqueray λεμόνι…και 2 σφηνάκια” με ύφος γιορτάζω και απόψε θα τα γαμήσω όλα. Κάτσαμε, τα ήπιαμε, τα είπαμε. Μου είπες τα νέα σου, τα όνειρα σου, τι έχεις σκοπό να κάνεις τον χειμώνα που έρχεται..σου είπα κι εγώ τα δικά μου..και φιληθήκαμε ξανά. Ακόμα πιο παθιασμένα, ακόμα πιο έντονα. Νιώθω ακόμα τα χέρια σου να σφίγγουν το σαγόνι μου..τα μάτια σου καρφωμένα στα μάτια μου..τα χείλη σου στα δικά μου..και την ανάσα σου να ζεσταίνει τον λαιμό μου..”Μες τον κόσμο, μπροστά σε όλους, χαλαρός” είπα πάνω στην αμηχανία μου. “Τι με νοιάζει για τον κόσμο; Και να μας δουν τι; Θα καταλάβουν ότι σε θέλω; Κρυφο το έχω; Λες και δεν το ξέρουν τόσο καιρό” και έσκασα ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Είχε πάει 4 παρά. ”Πρέπει να κατέβω λίγο να αφήσω κάτι παιδιά και να ξαναρθω, θα έρθεις μαζί μου;” μου είπες με αυτό το puppy face. Κι εγώ στα δικά μου, “Όχι, όχι, μετά, δεν μπορώ να αφήσω την παρέα μου” κτλπ. “Μα έλα για παρέα, σε παρακαλώ. Δεν θα είναι μόνοι τους.. Ένα μισάωρο θέλουμε, δεν θα αργήσουμε. Θα με αφήσεις να γυρίσω μόνος μου;” Συνέχιζα να αρνούμαι και πραγματικά απορώ πως είπα εγώ, σε εσένα, όχι. (σαν κάτι να μου το ‘λεγε). “Ιωάννα, μην αφήνεις τίποτα για μετά, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται” .”Έλα ρε Βασίλη, ξεκόλλα, λες και δεν θα με ξαναδείς κάνεις.” (Που να ‘ξερα…) Κουράστηκς κι εσύ να επιμένεις. “Καλά καλά, παώ. Θα είσαι εδώ μετά ε;” “Ναι, δεν φεύγω μην αγχώνεσαι, θα τα πούμε μετά με την ησυχία μας” “Ωραία, το ελπίζω. Πάω, δεν θα αργήσω..περίμενε με.” Με φίλησες κι έφυγες..


4:32 Ήρθε ο κολλητός σου & σε πήρε απ’ το κινητό μου να δει που είσαι.Εκείνη την ώρα μόλις είχες αφήσει τα παιδιά και σε λίγο θα γυρνούσες…


Πέρασε μία ώρα, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, είχε σχεδόν ξημερώσει..και φύγαμε κι εμείς. Μου φάνηκε περίεργο που δεν ήρθες τελικά..και αυτή η ανησυχία γινόνταν ολό ένα και μεγαλύτερη..δεν ήθελα όμως να την αφήσω να με καταβάλει γιατί είχε γίνει αντιληπτή στους περισσότερους. Πήγαμε λοιπόν για ύπνο στο σπίτι της φίλης μου γιατί εγώ μένω μακριά..όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα. Η φίλη μου είχε κοιμηθεί κι εγώ στριφογυρνούσα στο κρεβάτι..μέχρι που γύρω στις 8..με πήρε ο ύπνος…


Κυριακή 25 Ιουνίου

Ξυπνάω απότομα μες τις 13:00. Κοιτάζω το κινητό μου, βλέπω μαζεμένες αναπάντητες.”Τι έγινε πρωί πρωί;” αναρωτήθηκα, μα δεν έδωσα σημασία. Ανοίγω το wi - fi..και τότε ήταν που ήρθαν όλα τα μηνύματα μαζί. 1ο μήνυμα απ την πρώην κολλητή μου: “Πάει ο Βασίλης μαλάκα..” Σκαλώνω. Τι πάει ο Βασίλης; Που πάει ο Βασίλης; Μου πέρασε από το μυαλό ναι μεν, αλλά έδειωξα την σκέψη αμέσως καθώς έμοιαζε απίστευτη. 2ο μήνυμα, από την κολλητή μου: “Κορίτσι μου ότι και να ακούσεις σήμερα θέλω να είσαι δυνατή..πάρε με τηλέφωνο ό,τι χρειαστείς” και ακολούθησαν διάφορα του τύπου “τα έμαθες;” κτλπ..Αυτό ήταν. Το κατάλαβα.. Πάγωσε η καρδιά μου…την ένιωσα τόσο βαριά, σαν να έχει πέσει από το στήθος στα πόδια μου και να την σέρνω..δεν μπορούσα να πάρω βήμα. Τα πόδια μου λύγισαν, και έκατσα στο κρεβατί. Άρχισα να κλαίω με λιγμούς, και να τρέμω σαν ψάρι έξω απ’ το νερό. Πήρα αμέσως τηλέφωνο την μαμά μου..και μόλις με άκουσε μου είπε “Τα έμαθες ε;…” Ούτε που θυμάμαι τι είπαμε και τι έγινε μετά. Είχα χάσει την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν ήξερα που βρισκόμουν, όλα είχαν θολώσει γύρω μου..Μου ήταν αδύνατον να το πιστέψω. Μπήκα στο fb, οι μισοί να του γράφουν “Χρόνια πολλά” και οι άλλοι μισοί “Καλό ταξίδι”. Δεν ήξερα τι να κάνω, τι να σκεφτώ..Μαθαίνω ότι μισή ώρα μετά την κλήση, έχασες την ζωή σου στον δρόμο της επιστροφής χάνοντας τον έλεγχο του αμαξιού..Πως να το διανοηθώ; Όύρλιαζα “Γιατί;!” και έκλαιγα όσο δεν έχω κλάψει ποτέ στην ζωή μου…μέχρι και οι γείτονες της κοπέλας ήρθαν να δουν τι γίνεται. Μετά από λίγο, πήγα σπίτι μου γιατί δεν άντεχα άλλο..είχα ανάγκη τόσο πολύ να δω κάποιον δικό μας, να μιλήσω, να με καταλάβει, να “ηρεμίσω”..


Από εκείνη την στιγμή και για τις επόμενες μέρες..

Όλα μέσα μου παλεύουν να συνειδητοποιήσουν τι έχει συμβεί. Οι πρώτες μέρες ήταν σκέτη παράνοια. Δεν με χωρούσε ο τόπος..δεν μπορούσα να μείνω μόνη μου ούτε για λίγο..Έπρεπε να είμαι με άτομα δικά μας, άτομα που με καταλαβαίνουν, πόυ σε ξέρουν, που σε έχουν ζήσει και μπορούν να νιώσουν ότι νιώθω. Αισθάνομαι τόσο πόνο,λες και ότιδήποτε έχω νιώσει σε λύπη στα 18 και κάτι μου χρόνια, ήταν ένα τσίμπημα κουνουπιού. Πέθανες, και πέθανα κι εγώ μαζί σου. Μέσα μου τουλάχιστον, δεν νιώθω τίποτα ζωντανό..μόνο ένα τεράστιο κενό που δεν θα καλυφθεί ποτέ..κυκλοφορώ σαν το φάντασμα ανάμεσα στον κόσμο που συνεχίζει την ζωή του..ανέκφραστη..να σκάω πάνω σε ανθρώπους και να μην το καταλαβαίνω καν. Να μου μιλάνε και να μην ακούω τι μου λένε. Μόνιμα χαμένη στις σκέψεις μου..Να μην μπορώ να φάω και πολλά, γιατί στο στομάχι μου υπάρχει ένα μόνιμο ανακάτεμα και τις περισσότερες φορές που προσπάθησα για να μην με λυγίσει η αδυναμία, έκανα εμμετό στην πρώτη μπουκιά..να μην μπορώ να κοιμηθώ γιατί δεν φεύγεις απ’ το μυαλο μου..Έγινε το μόνο πράγμα που σκέφτομαι, 24 ώρες το 24ώρο. Άνα 2 λεπτά, περνάνε απ’ το μυαλό μου τόσο περίεργα πράγματα. “Γιατί να γίνει αυτό;” “δεν γίνεται να μην σε ξαναδώ” “πως θα γυρίσω τον χρόνο πίσω;” “κι αν γίνει ένα θαύμα;” “κάποιος μου κάνει πλάκα” “γιατί δεν ήρθα μαζί σου;” “γιατί σε άφησα μόνο σου” “τι θα γινόνταν αν ερχόμουν μαζί σου; θα σε είχα σταματήσει; θα πεθαίναμε μαζί;” “πότε θα σε ξαναδω;” “πως θα ζήσω σε έναν κόσμο που δεν θα υπάρχεις εσυ;” και άλλα τόσα χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα που με τρώνε, και θα με τρώνε για μια ζωή. Στην κηδεία, ήμουν εκτός τόπου και χρόνου. Σε κοίταζα, ντυμένο γαμπρό, όπως ονειρευόμασταν να ήσουν στον γάμο μας πάνω στις συζητήσεις που κάναμε πάνω στην πλάκα..Ήλπιζα τόσο πολύ πως θα σηκωθείς και θα μας πεις “Σας την έφερα ρεε! Τι κάθεστε και κλαιτε για μένα; Είστε με τα καλά σας;” Μα τίποτα. Δεν άνοιξες τα μάτια σου. Δεν σηκώθηκες. Δεν μίλησες. Σε έβαλαν τόσα μέτρα κάτω απ’ το χώμα..Αδυνατούσα να το πιστέψω. Έχουν περάσει 9 ημέρες και ακόμα δεν το πιστεύω. Μου είναι τόσο δύσκολο να γράψω με λεπτομέρειες τις σκέψεις και τα συναισθήματα που βιώνω γιατί είναι τόσα πολλά..και τόσο μπερδεμένα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχεις πλέον. Σε ένα μέρος που έχω τόσες αναμνήσεις μαζί σου σε κάθε του γωνιά, που τα πάντα έχουν κάτι από εσένα, μου είναι αδύνατο να συνεχίσω. Είναι σαν να έδωσες το τέλος μιας εποχής, της καλύτερης..της πιο ξέγνιαστης, με την παρέα μας, τα αράγματα μας σε παραλίες, σπίτια, συνεργεία, εκκλησίες, αμάξια, ταράτσες..ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, τις μπύρες μας, τα γάρα μας, τον έρωτα μας, την τρέλα μας, τα παρτάκια μας…και ταυτόχρονα, την αρχή μιας νέας. Μια εποχής χωρίς εσένα..χωρίς ανεμελιά. Μας έδωσες ένα τόσο γερό μάθημα, σαν να μας ωρίμασες ξαφνικά. Μα γιατί έπρεπε να γίνει αυτό για να μάθουμε να προσέχουμε; Είναι τόσο άδικο..έχουμε χάσει όλοι το μυαλό μας. Μαζευόμαστε με την παρέα σου και το κενό είναι τεράστιο για όλους. Μια παρέα που πάντα γελούσε, πάντα ονειρευόνταν..μένει σιωπηλή και βλέπει τα όνειρα της να χάνονται στον καπνό της φωτιάς που ανάβουμε σε εκείνη την απομακρυσμένη παραλία, στο στέκι μας, για συντροφιά. Το θέμα δεν πάει καθόλου εκεί..πρέπει να μένουμε δυνατοί ο ένας για τον άλλον και όλοι μαζί για τον αδερφό σου πάνω από όλα, έναν άνθρωπο που μαζεύτει τα κομμάτια του..Υπάρχει τόσο αμηχανία. Πίναμε γάρα για να χαλαρώσουμε και τώρα σκαλώνουμε στην σκέψη σου. Δεν ξέρει κανείς τι να πει, αλλά πάντα κάποιος, μετά από λίγη ώρα απόλυτης σιγής, θα πει κάτι άκυρο..μόνο και μόνο για να διώξει αυτή την ψύχρα που μας περιβάλει. Είναι τόσο δύσκολο…κάθε μέρα είναι μια μάχη. Τα μόνα μέρη που μπορώ να σε νιώθω κοντά μου πλέον, είναι το σημείο..αυτό το καταραμμένο σημείο που άφησες την τελευταία σου πνοή και το νεκροταφείο…το νεκροταφείο..αχ ρε Βασιλη μου..ποιος περίμενε ότι θα ερχόμουν να σε “συναντήσω” εκεί;; Κι όμως έρχομαι με τις ώρες και σου κάνω παρέα, σου μιλάω κι ας μην μου απαντάς σε νιώθω κοντά μου..καπνίζω και ανάβω ένα και σε σένα..και περιμένω..και δεν ξέρω τι περιμένω..όμως έχει χαραχτεί στο μυαλό μου αυτό το “Περίμενε με, δεν θα αργήσω..” και ακόμα σε περιμένω. Πάντα θα σε περιμένω. Κάθε πρόβλημα έχει μια λύση..αυτό όμως; Δεν θα σε ξαναδω. Δεν θα σε ξαναφιλήσω. Δεν θα μπορέσω να σου πω όσα δεν πρόλαβα..είναι τρελό..είναι άρρωστο. Πήγα στο σπίτι σου και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή..δεν πίστευα ότι δεν θα σε έβλεπα μέσα..το δωμάτιο σου άδειο…η μυρωδιά σου εκεί μα εσύ πουθενά..οι δικοί σου..συντετριμμένοι όλοι..κι εγώ να ψάχνω τι να τους πω για να τους δώσω κουραγιο και ολες οι λεξεις εμοιαζαν τοσο φτωχες..Όλα είναι άδεια χωρις εσενα. Υπάρχει ενα κρύο ρίγος, μια μοναξιά, κάτι πολύ βαρύ στην ατμοσφαιρα..’Εχω φρικάρει. Το μυαλό μου κολλάει και δεν ξέρω τι άλλο να γράψω..δεν θυμάμαι καν με τι σειρά έγιναν όλα…εχω χασει την αισθηση του χρόνου..απ’ την μια λεω ποτε περασαν 9 μερες, απ’ την αλλη μου φανηκαν αιώνας γιατί κάθε δευτερόλεπτο που περνάει είναι αποπνικτικό..”Η ζωή συνεχίζεται..” μου λένε πολλοί, και το θέμα είναι πως πλέον ξέρω ότι με τον καιρό θα συνεχιστεί, αλλά με ρωτάνε άμα θέλω; Δεν θέλω ρε πούστη μου να ζω μια ζωη που δεν θα εισαι μέσα εσύ..ο κρίκος της παρέας..η αδυναμία όλων μας..το πιο χαρούμενο, το πιο τίμιο παιδί…δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα σε ξεχάσουν οι περισσότεροι…κάποιοι ήδη κάνουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Νιώθω ότι έχω κολλήσει στον χρόνο..σε ένα δικό μου κόσμο που όλα γύρω μου εκτυλίσσονται τόσο γρήγορα, ενώ εγώ μένω εδώ, σιωπηλή, αμέτοχη. Δεν ήμουν έτοιμη για κάτι τέτοιο..δεν είμαι έτοιμη να συνεχίσω να κάνω πράγματα και να δημιουργώ αναμνήσεις όσο ξέρω ότι δεν θα είσαι σε καμία από αυτές. Είχαμε τόσα να ζήσουμε ακόμα..τόσες βόλτες να πάμε, τόσα τσιγάρα να πιούμε, τόσα τραγούδια να χώσουμε, τόσα θέματα να αναλύσουμε, τόσα φιλιά να δώσουμε, τόσους χορούς να χορέψουμε..άλλά όχι. Σε μια στιγμή γαμήθηκαν όλα. Άλλαξε όλη η ζωή και η κοσμοθεωρία μου…Τρελαίνομαι, πνίγομαι. Όσο μακάβριο κι αν ακούγεται, ώρες ώρες απλά σκέφτομαι πως ανυπομονώ να μεγαλώσω, να γεράσω,να γίνουν όλα σε fast forward..και να πεθάνω. Μέχρι που κάποια στιγμή, να βρεθούμε όλοι ξανά. Σε έναν άλλο κόσμο, καλύτερο. Να είμαστε πάλι έφηβοι, να γελάσουμε παλι αληθινά, να ερωτευτούμε απ’ την αρχή..να ανάψουμε φωτιές και να χορέψουμε γύρω γύρω techno, trance..αυτά τα τρύπια τα δικά μας,μέχρι να μην καταλαβαίνουμε τίποτα..να χαθούμε..Πόσο καιρό θα πάρει; Θα γίνει άραγε; Θα σε ξαναδώ; Θα είναι ποτέ ξανά η παρέα ολοκληρωμένη; Η απάντηση βρίσκεται στην άλλη πλευρά και θα μου πάρει μια ζωή να το μάθω. Πονάω ρε γαμώτο, πονάω πάρα πολυ. 1-2 τα άτομα που μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους αυτή την περίοδο. Να τα βγάζουμε από μέσα μας, να νιώθουμε άνετα, να μην πνίγομαι όταν βρίσκομαι μαζί τους…Όπου και να παω νιώθω μόνη. Τρέμω, κρυώνω και φοβάμαι. Γιατί να γίνει αυτό..


Ήσουν τόσα για εμένα..

Φίλος, έρωτας, γκρίνια, γέλια, νεύρα, καύλα, ευτυχία, τρέλα..Με έμαθες τόσα πολλά. Για το σώμα μου, τα συναισθήματα μου, τα θέλω μου..Ήσουν και θα είσαι ένα απ’ τα μεγαλύτερα πάθη της ζωής μου. Ήξερες πάντα πως να φτιάξεις κάθε μου ημέρα με το χαμόγελο σου. Κι αν δεν είχα όρεξη, θα με έκανες να αποκτήσω..είτε ήμασταν σε κλαμπ, είτε αράζαμε σε κάποιο ήσυχο μέρος..αντιμετώπιζες κάθε δυσκολία με αισιοδοξία. Πολλοί και πολλές εκμεταλλεύτηκαν αυτά που είχες να δώσεις..είχαν γαμήσει τα συναισθήματα σου και σε έκαναν να μην πιστεύεις στην αγάπη, μα όσο σκληρός κι αν μου το έπαιζες..δεν μπορούσες να κρύψεις την αγάπη και την στοργή που περιείχε το αθώο βλέμμα σου. Αυτό που είχαμε, ήταν μια τόσο περίεργη, μα ιδιαίτερη σύνδεση. Ήταν κάτι το ξεχωριστό. “Εϊναι καρμικό αυτό που έχουμε” όπως μου είπες κι εσύ, εκείνο το βράδυ..Σχέση δεν είχαμε ποτέ. Έρωτα, μπόλικο, και δεν έσβησε ποτέ. Ούτε πρόκειται να σβήσει, όσο υπάρχω ακόμα εγώ. Όποτε βρισκόμασταν, αρκούσε ένα βλέμμα, και η σπίθα ανάμεσα μας φούντωνε. Όποιος έβλεπε το πως κοιταζόμασταν, καταλάβαινε αμέσως. Η χημεία μας..τόσο μοναδική..η παρουσία σου..τόσο ευχάριστη..Δεν σε ένοιαζε ποτέ τι θα πει ο κόσμος, τι θα πει ο ένας, τι θα πει ο άλλος. Έκανες πάντα ότι ένιωθες. Με έπιανες πάντα να χορέψουμε σαν να μην υπάρχει άλλος μες το μαγαζί. Με φιλούσες στα πιο άκυρα μέρη. Στην μέση του δρόμου, ενώ δίπλα μας είχαν μαζευτεί τόσα άτομα για καυγά.. Μπροστά σε άτομα που μπορεί και να σχολίαζαν, μα δεν σε ενδιέφερε..Πόσο μου λείπουν όλα αυτά. Πόσο μου λείπουν τα βράδια που κοιμόμουν δίπλα σου, και όταν ξυπνούσα αντίκριζα το προσωπάκι σου..τα μασαζ, οι συζητήσεις μας, τα inside jokes μας, οι βόλτες με την μηχανή ή το αυτοκίνητο, η φωνή σου που θα σκότωνα για να την ξανα ακούσω..Έχω τόσα να πω για εσένα..Ξεφυσάω και ξεφυσάω…προσπαθώ να το παλέψω. Μα μου λείπεις. Μου λείπεις πολύ. Και θα μου λείπεις για πάντα. Γαμώ την ζωή μου, γαμώ. Γαμώ την ώρα και την στιγμή μονάχα…Ψυχούλα μου..σε αγαπάω. Σε αγαπάω πολύ, και δεν ξέρω καν αν πρόλαβα ποτέ μου να στο πω. Είχες δίκιο τελικά, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει..μα που να το φανταζόμουν;

 Σε περιμένω, να ξέρεις. Δεν θα σταματήσω ποτέ. Θα είσαι για πάντα χαραγμένος μέσα μου.Αντίο ματάκια μου…

.. Το πρώτο πάθος της ζωής μου,
   Το τελευταίο φιλί της ζωής σου.

On the topic of  'Imitation'

So I’ve been noticing something of a trend going on within the past year or so. Character blogs made that are direct imitations of Keno. In some cases almost absolute copies down to fur/hair color and shape.

To be honest, in any other case I would laugh it off. I’m no stranger to people plaguarizing character designs from my own. In the past I’d find them and it’d just become something of a joke to me, and I’d feel a little flattered that someone liked my character so much to do something like that.

This is not one of those cases.

Something that not many people know about Keno as a character is that I have had her since LONG before Undertale. The first drawing I made of her was done when I was 10 years old, and was quite literally the first thing I ever drew. That was almost 15 years ago at this point, and since then Keno has been with me. Acting as an outlet, and for many years a kind of persona. I hid behind the identity ‘Kenochi’ from the time I was 10 until I was around 19, going around online as everything from 'Kenochi-Sama’ to 'KenochiNekoChan’ My friends offline even now call me 'Keno’ due to those almost 10 years of me going by that name.

Keno as a character and Identity was who I wanted to be, confident, happy. Someone who had lots of friends and was never afraid.
As I grew older, I no longer needed that identity because it’s who I became. And so finally she was able to take a life of her own. And through years of development and using her in different places, I finally found her home as an Undertale OC.

Kenochi, or Keno is a character I’ve had since I was little. She houses so many of my different memories from so many different places, and even now, in ways, she’s a huge part of who I am and vice versa. So when I find new ocs popping up that are pretty much her? It feels like someone is taking those 15 years, tearing out a small part and saying it’s actually theirs. In most cases of this the people I catch doing it are people who follow me and simply enjoy the character so much that they want to make one too.

I don’t mind people being influenced by my muses. I really don’t. I encourage people to make bakeneko and nekomata ocs, spread the OC love. But please. PLEASE do not just copy my character down to the fur markings and hair. Do not make carbon copies of my OC on a whim.

I’ve heard it said that 'imitation is flattery’ and in this case? It’s not. In fact it’s like a slap to the face.

If you respect me at all, if you enjoy what I do or how I portray my muses even just a little bit, please PLEASE don’t just copy Keno.

If you want to make a character that’s similar and need help with design work feel free to approach me and ask for advice or input. I’m not this big scary person who is going to rip your head off if you ask a question. And I’d much rather help than just happen across another Keno in the community, and believe me. It’s obvious when I do happen across one and it hurts every single time.


TLDR: Please stop copying the OC that has made up the majority of my life at this point. It’s not flattering, it actually hurts. 

Σου λέω δεν έχει φαση πια να αρκουμαί στην ελπίδα του “ο,τι νιώθω θα περάσει”
—  Jolly Roger - κενό 00 (via @avarit)

Ίσως κι όλες οι σχέσεις να ‘ναι έτσι
άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο
ίσως να κάνουνε κι όλα τον κύκλο τους
Και -χαίρω πολύ- πρέπει να δεχτώ την πραγματικότητα ως έχει
και βάση αυτής να πορεύομαι
μα να..
είναι αυτή η περίεργη σχέση μου με το τέλος, οποιοδήποτε τέλος
που ποτέ δεν μπόρεσα να χωνέψω
θες να “συνεχίσουμε να τα λέμε” παρόλ’ αυτά, κάποια στιγμή
καλά θα δούμε..