Ήρθε κ’ έφυγε. Πολλές φορές. Και εκείνη τον δεχόταν κάθε φορά, με όσο ενθουσιασμό και έρωτα τον δέχτηκε την πρώτη. Και όσο έλειπε δεν έκανε τίποτε, παρά μόνο να περιμένει μια πιθανή επιστροφή του. Δεν είπε πόσο πονούσε όταν τον έβλεπε να φεύγει, ούτε πως κάθε φορά που το έκανε έπαιρνε μαζί του και ένα κομμάτι της ψυχής της. Πλέον δεν έμεινε τίποτα. Μόνο κενό.

Με κουράζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Με κουράζει το πολύ μπλα μπλα, τα πάρε-δώσε, τα ανιαρά κονέ και τα ραντεβού που μέρες πριν προγραμματίστηκαν. Δεν βρίσκω ουσία πια στις άσκοπες φλυαρίες και στις ατέλειωτες συνεννοήσεις, τις βαρέθηκα, τις σιχάθηκα- και μαζί σιχάθηκα κι αυτούς.

Και στην τελική, ξέρεις τι θέλω μωρέ;

Θέλω σιωπή. Αυτή την γλυκιά σιωπή ανάμεσα μας, όταν θα πίνουμε παρέα στην άκρη της ταράτσας μου ακούγοντας την βροχή να σκάει νωχελικά στα κάγκελα. Θέλω να έρχεσαι σπίτι μου τα ξημερώματα, όταν θα φοράω τις ριγέ μου πιτζάμες και τα μαλλιά μου θα ‘ναι πιο μπλεγμένα κι ακατάστατα απ’ την ίδια μου τη ζωή. Θέλω να με παίρνεις τηλέφωνο τις πιο άκυρες ώρες για να μου πεις τα πιο άκυρα πράγματα, θέλω να πίνουμε καφέ στις τρεις το πρωί, θέλω να κάνουμε μεγάλες βόλτες με το αυτοκίνητο και την μουσική ανεβασμένη στο τέρμα τα βράδια του καλοκαιριού, θέλω να μου τραγουδάς τους πιο όμορφους στίχους με την πιο παράφωνη φωνή, θέλω να φοράω τα ρούχα σου κι εσύ τα πιο ωραία μου φούτερ, έτσι για αλλαγή. Θέλω να μη χρειάζεται να λέμε τα πάντα, γιατί καταβάθος και οι δύο τα ξέρουμε καλά. Θέλω να μην έχουμε περιορισμούς. Θέλω να αφήσουμε στην άκρη τις προϋποθέσεις και τους κανονισμούς που θέτουν όλα τα υπόλοιπα μικρά κι ασήμαντα ανθρωπάκια.

Θέλω εσένα, θέλω εσένα τώρα γιατί όλα τ’ άλλα με κούρασαν πια.

Θέλω να το ζήσουμε στα άκρα,

τόσο απλά.

—  Σε θέλω, γαμώ.
Άγνωστοι.

Ενός λεπτού σιγή για όλους αυτούς που είδαμε, μας άρεσαν, ίσως μάθαμε και το όνομά τους, τους σκεφτόμασταν για βδομάδες..
και δεν τους ξαναείδαμε ποτέ!

Χαοτικός ρομαντισμός σε μια νύχτα χωρίς ξημέρωμα, πάρε τα εσώψυχα σου και έλα.
Μην πιστεύεις σε όσα βλέπεις, μου είπαν, το αλάτι μοιάζει πολύ με ζάχαρη..
Μην πιστεύεις στα λόγια που ακούς, μου είπαν, δεν ξέρεις τι είναι αλήθεια..
Μην πιστεύεις στα συναισθήματα,μου είπαν, οι άνθρωποι υποκρίνονται..
Μην πιστεύεις σε ένα καλύτερο αυριο, μου είπαν, δεν θα έρθει ποτέ..
Μην πιστέψεις σε τίποτα ,μου είπαν,τίποτα στο τέλος δεν μένει..
Θα πιστέψω, τους είπα ..Και αυτό ήταν η καταστροφή μου..
—  D

Είναι φορές που νιώθω το μυαλό μου τόσο βαρύ
από σκέψεις
από λέξεις
σαν να μου λέει
σιγά μη με αντέξεις
σιγά μη με αντέξεις

όπως ο Νεύτωνας και γω
θα συνειδητοποιήσω
ότι τα μυαλά πέφτουν στο έδαφος
λόγω της βαρύτητας

θα πέσει

σιγά μην αντέξει
σιγά μην αντέξει

«…κι αν υπαρχει παράδεισος τοτε είναι στα μάτια σου…»

-

βράδυ ξάστερο, φρικτό
ώρα 9 το πρωί
σοβαρολογώ
δεν έχει ήλιο
είναι πρωί

όταν εκστομίζω πόσο σε θέλω
να'ξερες πόσο πεθαίνω

αναπόληση μιας παλιάς εποχής
κι ανιαρά, ανιαρά
χαμογέλασα λες και μου λειπει

να προσεχεις
φέρε ένα παυσίπονο
καλημέρα
τώρα ξύπνησες;
καλημέρα

γελάω
πόσο σιχαμένοι γίναμε
ένας θεός ξέρει

τις αμαρτίες μου
τις πλήρωσα
τώρα ψαχνω γι αλλες

πόσο σε θέλω
πόσο σε θέλω;
πόσο σε θέλω…

-

Δε σ’ αντέχω να μιλάς και να λες πως πονάς κοίτα γύρω σου, όλα αλλάζουνε γρήγορα και πάνω στη βιασύνη σου τα όνειρα ανεκπλήρωτα έχουν μείνει ποιος να έχει την ευθύνη, τη ζωή μου όταν ντύνω, πάντα κάποιος μου τη γδύνει.
—  Jolly Roger
Τα μειονεκτήματα του να γράφεις

Ερωτεύεσαι,
βρίσκεις έμπνευση σε κάθε μία μικρή στιγμή, σε κάθε χαμόγελο, κάθε υποθετική σκέψη, ανεξαρτήτως του πού δείχνουν οι δείκτες του ρολογιού.
Απογοητεύεσαι,
αδειάζεις, δεν ξέρεις ποια σκέψη να ξεράσεις πρώτη στο χαρτί, καταλήγεις να μην κάνεις τίποτα.
Έρχονται στην επιφάνεια κείμενα παλιά,
τα διαβάζεις
Όλα αυτά που σε έκανε να νιώθεις, η χαρά που είχες και οι ανόητες ευχές που έκανες,
Η κατάρα του να θυμάσαι συνεχώς τον ανεκπλήρωτο έρωτα,
τις μέρες που οι σκέψεις έπαιρναν μορφή λέξεων χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια κι αμέσως έβλεπες μπροστά σου αυτά που ήθελες να πεις.


___________________

Κι όταν λέω “εσύ”, εννοώ εμένα.

-Λέιλα, 01:27