Απογοητευόμαστε από ανθρώπους που περιμέναμε οι πράξεις τους να ‘ταν πιο ισχυρές απ’ τα λόγια τους.
—  Palalidou
Long distance relationship

22 Δεκεμβρίου το βραδυ πηρα το τρενο απο τη Θεσσαλονίκη για να ερθω στην Αθήνα. Καθως ημουν μεσα στο τρενο δεν κοιμηθηκα λεπτο παρα μονο σκεφτομουν. Σκεφτομουν εσενα σε ολη τη διαδρομη. Καθε πολη που περνουσε το τρενο σκεφτομουν οτι ειμαι ολο ενα και πιο κοντα σου. “Πλησιαζω στο ατομο που αγαπαω και λατρευω” ελεγα απο μεσα μου.
Περα απο την κουραση και την ταλαιπωρια μεσα σε ενα βαγονι για αρκετες ωρες δεν με ενοιαζε τιποτα αλλο παρα μονο να βρεθω διπλα σου επιτελους. Μετα απο αρκετες ωρες ταξιδιου εφτασα. Ναι. Εκει ηταν που ξεκινησε το “ονειρο” μου καθως δεν πιστευα οτι εφτασα και οτι επιτελους θα σε συναντήσω. Κατεβηκα απο το τρενο και πατησα το ποδι μου στην Αθηνα, στο ιδιο χωμα που πατας και εσυ. Στο μυαλο μου κυριαρχουσε ενα μπαχαλο απο σκεψεις και η καρδια μου να αρχιζε να χτυπα δυνατα επειδη πλεον ηταν σιγουρο οτι θα σε εχω στην αγκαλια μου και θα σε γεμισω με φιλια. Μπαινω σε ταξι ωστε να παω στο σπιτι της θειας μου για να αφησω τα πραγματα και να ξεκινησω κατευθειαν για Θησειο οπου ειχαμε συναντηση 9 η ωρα το πρωι. Ο ταξιτζης με κοιτουσε περιεργα λες και δεν εχει ξανα δει ερωτευμενο ανθρωπο. Φτανοντας λοιπον στο σπιτι αφηνω τα πραγματα και φευγω κατευθειαν για να παω στη Πλατεια Βικτωριας να παρω τον ηλεκτρικο ωστε να κατεβω στη “τελικη” σταση το Θησειο. Η καρδια μου χτυπουσε πολυ δυνατα και πηγαινε τοσο γρηγορα οσο πηγαινε και ο ηλεκτρικος. Επισης ετρεμα γιατι δεν πιστευα με την καμια οτι σε λιγα λεπτα θα σε δω επιτελους. Κατεβαινω λοιπον και σε παιρνω τηλεφωνο για να δω που ησουν.
Το σηκωνεις και μου λες να ερθω σε ενα σημειο οπου με περιμενες.
Και ναι. Σε ειδα απο μακρυα να με περιμενεις στο σημειο που μου ειπες, και να γυριζεις το κεφαλι σου και να με βλεπεις απο μακρυα να ερχομαι ολο και πιο κοντα σε σενα, μεχρι που ηρθε αυτη η γαμημενη στιγμη που δωσαμε την πρωτη μας αγκαλια και το πρωτο μας φιλι. Σου ελεγα πως δεν νιωθω καλα και οτι τρεμω απο την χαρα και σε τσιμπησα για να δω αμα ειναι αληθεια αυτο που ζω. Και οντως ηταν. Ηταν αυτη η στιγμη που ενιωσα τα σπασμενα κομματια που ειχα τοσο καιρο να τα φτιαχνεις ολα εσυ μονο με μια αγκαλια. Μετα απο οταν σε ειδα ηθελα λιγο χρονο ωστε να σε συνηθισω γιατι δεν μπορουσα να το πιστεψω οτι σε κρατουσα το χερι εκεινη τη στιγμη και οτι σε ειχα διπλα μου. Ενιωθα ο πιο τυχερος ανθρωπος στο κοσμο που βρηκα μια τετοια κοπελα.
Σε πηρα ξαφνικα το χερι και γυρισαμε βολτα ολο το Θησειο και το Μοναστηρακι. Περνουσε τοσο γρηγορα η ωρα μαζι σου που το μονο μισος που ειχα σε ολες τις στιγμες μαζι σου ηταν ο γαμημενος χρονος. Μας το εκλεβε τοσο γρηγορα και δεν το καταλαβαιναμε αλλα οτι περασα μαζι σου ηταν και θα ειναι απο τις καλυτερες αναμνησεις της ζωης μου.
Για 4 μερες ηρθα να σε δω και καθως περνουσαν τα λεπτα και οι ωρες δεν μπορουσα να σε αφησω ουτε λεπτο και δεν μου ηταν ευκολο να σε χορτασω σε καθε στιγμη που περνουσα μαζι σου.

Παραμονη Χριστουγεννων κοιμηθηκα μαζι σου ηταν το καλυτερο δωρο που μπορουσα να εχω για τη γιορτη μου. Πρωτον γιατι ημουν μαζι σου εκεινο το βραδυ και δευτερον γιατι περασαμε τα Χριστουγεννα μαζι. Ενιωθα τοσο ευτυχισμενος μεσα μου που νομιζα πως ολο αυτο μαζι σου θα κρατησει για πολυ καιρο και θα ειμαστε ετσι καθημερινα. Αλλα ομως ηταν μονο 4 γαμημενες μερες. Και την επομενη μερα μετα τα Χριστουγεννα εφευγε το τρενο για Θεσσαλονικη. Καταλαβα τοτε πως θα υπαρξει και στιγμη αποχαιρετισμου και μολις το συνηδητοποιησα ενιωσα ενα τεραστιο “κενο” μεσα μου. “Δεν θα το αντεξω θα πεθανω αν σε αφησω” ελεγα.

Καθως ξημερωσε η “τελευταια” μερα και ηξερα πως σημερα ηταν η μερα που θα χωριστουμε παλι και τα χιλιομετρα θα ειναι αναμεσα μας και και και. Οι σκεψεις μου ολο και περισσοτερο με σκοτωναν μεσα μου και δεν μπορουσα να το αντεξω ολο αυτο. Λιγες ωρες πριν φυγω ειμασταν και παλι μαζι. Ηταν οι τελευταιες μας ωρες. Τι να νιωσεις μεσα σου σε κατι τετοιες στιγμες οταν εισαι ερωτευμενος με την κοπελα σου που ειναι 504 γαμημενα χιλιομετρα μακρυα σου;
Μεσα μου εκεινες τις δυσκολες ωρες δεν ενιωθα τιποτα παρα μονο πονουσα γιατι ηξερα πλεον οτι σε λιγες ωρες θα σε “χασω” και θα μιλαμε παλι απο τα τηλεφωνα και δεν θα σε ξανα δω για αρκετο καιρο.
Εκεινες τις ωρες δεν μπορουσα να σε αφησω απο το χερι μου για κανενα λογο. Ήθελα μονο να παγωσει ο χρονος ωστε να το ζω για παντα ολο αυτο. Αλλα δυστυχως δεν γινοταν.
Και ξαφνικα ηρθε η ωρα οπου εσυ επρεπε να παρεις το τελευταιο Κτελ για να γυρισεις στο σπιτι σου. Εκει ηταν που εσπασα ξανα.
Καθε βημα που καναμε για να παμε πισω απο εκει που σε συναντησα για πρωτη φορα , ηταν βασανιστικο ολο αυτο θεε μου. Σε εβλεπα συνεχεια να λυγιζεις και να μου λες πως με αγαπας και και και.. Τα ιδια σου ελεγα και εγω. Σε εβλεπα στεναχωρημενη με δακρυα στα ματια και να μου λες οτι θα σου λειψω, καθε στιγμη που μου τα ελεγες ολα αυτα χαμογελουσα αλλα εκεινη την στιγμη του αποχαιρετισμου δεν μπορεσα να το κανω αυτο. Δεν μαρεσε που εβλεπα το δακρυ απο τα ματια σου να πεφτει. Σου ελεγα πως θα ξανα ειμαστε μαζι σε λιγο καιρο ξανα και στο μελλον θα ειμαστε μαζι μονιμα. Και δεν θα μας χωριζει τιποτα μετα. Μου χαμογελουσες καπως αλλα ηξερα οτι δεν ηταν το πραγματικο σου. Το ιδιο εκανα και εγω. Σε αγκαλιασα σφιχτα και σου εδωσα ενα τεραστιο φιλι και υποσχεθηκαμε κατι ο ενας στον αλλον..
Το Κτελ εβαλε μπρος και ηταν ετοιμο να ξεκινησει,και σε βλεπω να μου λες οτι πρεπει να μου λες οτι πρεπει να φυγεις με δακρυα στα ματια. Δεν μπορουσα να σε αφησω απο την αγκαλια μου. Δυστυχως ομως δεν ειχα αλλο χρονο μπροστα μου μαζι σου. Ηταν τα τελευταια μας δευτερολεπτα. Σε αφηνω και σε βλεπω να μπαινεις σιγα σιγα στο Κτελ. Εκεινη τη στιγμη ηταν που πεθανα μεσα μου. Ενιωθα οτι ολα φυγαν και γυρισα παλι σε αυτο που ημουν. Επρεπε να ηρεμησω δεν το αντεχα μεσα μου. Ξερεις τι πονο σου προκαλει οταν αυτο που αγαπας πιο πολυ και απο τη ζωη σου να το βλεπεις να σε αποχαιρεταει και να μη ξερεις ποτε θα το ξανα δεις;

Γύρισα λοιπον την πλατη μου και εφευγα με αργα βηματα και με ενα τεραστιο κενο μεσα μου. Γυρνουσα το κεφαλι μου να σε δω για τελευταια φορα στο καθισμα απο που καθοσουν αλλα το Κτελ ξεκινησε και πλεον ενιωθα μονος μου.

Μπηκα στον ηλεκτρικο για να γυρισω στο σπιτι της θειας μου ωστε να μαζεψω τα πραγματα για να παρω το τρενο και να γυρισω..
Ο χρονος σε κατι τετοιες στιγμες αποχαιρετισμου σκεφτοντας αυτον τον ανθρωπο που αποχαιρετας σε καιει μεσα σου. Ετρεμα τοσο πολυ οπως οταν περιμενα την στιγμη για να σε δω για πρωτη φορα. Αλλα αυτη τη στιγμη ηταν αλλιως. Μεσα στον ηλεκτρικο με κοιτουσαν ολοι. Σκεφτομουν συνεχεια μεχρι να γυρισω σπιτι ολες τις ωραιες μας στιγμες. Με δακρυσμενα ματια γυριζω σπιτι και μαζευω πραγματα. Το “ονειρο” μου τελειωσε οταν εφτασα στο Σταθμο Λαρισσης για να παρω το τρενο και να γυρισω πισω στη Θεσσαλονικη.
Μπηκα στο τρενο λοιπον και κοιταξα για τελευταια φορα εξω στο πληθος μηπως και σε δω για ακομα μια φορα μηπως και σε χορτασω καποτε. Αλλα τιποτα. Ειχαμε χωριστει. Οι σκεψεις μου πικραμενες σκεφτοντας εσενα. Μονο εσενα. Ξεκινησε το τρενο καποια στιγμη και τοτε καταλαβα πως ερχεται η στιγμη που πρεπει να ξυπνησω απο το “ονειρο” μου.
Ηθελα μοναχα εκεινη τη στιγμη ο χρονος να περασει οσο πιο γρηγορα γινεται για να μην ημουν σκατα. Αλλα δυστυχως δεν περνουσε. Περνουσε γρηγορα μονο οταν ημουν μαζι σου. Ξερεις γιατι; Γιατι γαμιεται.
Δεν ξερω τι αλλο να πω.
Σαγαπαω.
Θα τα πουμε συντομα ξανα μωρο μου.

Αυτό το tumblr μας έχει καταστρέψει. 5 το ξημέρωμα και ακόμα εδώ.
—  Κάθε μέρα
Αυτοί είμαστε

Αυτοί είμαστε… Όταν αγαπάμε κάτι το αφήνουμε φεύγουμε κ μετά κλαιγομαστε ότι είμαστε μόνοι μας… Όλοι είμαστε ίδιοι… Μα εγώ σε σένα είχα δει κάτι διαφορετικό…
Β. Γ.

Βροχή

Η βροχή χρειάζεται για να ανθίσουν τα λουλούδια. Έχεις δει πόσο όμορφοι είναι οι δρόμοι όταν βρέχει;
Έτσι είναι και τα μάτια των ανθρώπων που αγαπάμε όταν κλαίνε, είναι τόσο όμορφοι τόσο μελαγχολικοι.
Δε θα σου πω ότι δε θέλω να σε βλέπω να κλαις γιατί ίσως κρυφτείς από εμένα τις φορές που θα χρειάζεσαι κάποιον να σκουπίσει τα δάκρυα σου.
Δε θα σου πω ότι δε θέλω να σε βλέπω να πονάς γιατί ίσως να μη με φωνάξεις όταν θα χρειάζεσαι κάποιον να σε κρατήσει κοντά του και να σε κάνει να νιώσεις ότι τελικά δεν είσαι μόνος εκείνη τη στιγμή πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.
Δε θα σου πω ότι δε θέλω να σε βλέπω να λυπάσαι γιατί ίσως κάποια στιγμή χαμογελάσεις ψεύτικα γιατί φοβήθηκες να δείξεις ότι υπάρχει συννεφιά μέσα στην καρδιά σου.

Θα σου πω όμως αυτό :

Κλάψε
Πόνεσε
Λυπήσου

Και προς Θεού ΝΙΩΣΕ.

Νιώσε όλα αυτά που σου απαγορεύουν να νιώσεις γιατί χρειάζεσαι να τα νιώσεις.
Δεν είναι λάθος να νιώθεις πόνο, θλίψη, λύπη. Όλοι τα νιώθουμε.

Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο ξερός θα ήταν ο κόσμος αν υπήρχε μόνο λιακάδα;

Θα είμαι εκεί όταν με χρειαστείς, μη φοβηθείς να μου πεις ότι βρέχει γιατί θα χαρώ να είμαι εκεί και όταν τα λουλούδια στο χαμόγελο σου θα ανθίζουν και ο ήλιος στο πρόσωπο σου θα λάμπει ξανά.

Crambo

Noun

[kram-boh] 

1. a game in which one person or side must find a rhyme to a word or a line of verse given by another.

2. inferior rhyme.

Origin:
Crambo, earlier crambe, comes from the Latin phrase crambē repetīta “cabbage reheated, re-served,” a phrase in Juvenal’s “Seventh Satire” (“Reheated cabbage kills teachers”) referring to unimaginative writing. The Latin crambē is a borrowing from Greek krámbē, a kind of cabbage. Crambo, the rhyming game, entered English in the mid-17th century; crambe, inferior rhyme, in the early 17th.

“The portraits on the sordid walls were very like the crambo in the minds of ordinary men–very like the motley pictures of the FAMOUS hung up in your parlour, O my Public!”
- Edward Bulwer-Lytton, My Novel; or, Varieties in English Life, 1853

αφαίμαξη

Άνθρωποι.

Πάντα τριγύρω σου. Εντείνουν την ασφυξία.

Μπαίνουν στο σπίτι σου.
Μπαίνουν στα μάτια σου.
Μπαίνουν στο σώμα σου.
Μπαίνουν στο μυαλό σου.

Ασφυξία.

Άνθρωποι.

Πάντα τριγύρω σου όταν αποζητάς λίγη μοναξιά.

Εισβάλλουν στο σπίτι σου.
Εισβάλλουν στα μάτια σου.
Εισβάλλουν στο σώμα σου.
Εισβάλλουν στο μυαλό σου.

Ασφυξία.

Πάντα και παντού,
άνθρωποι.

Δε βρίσκεις ησυχία ούτε στην σιωπή τους.

Παίρνουν το σπίτι σου.
Παίρνουν τα μάτια σου.
Παίρνουν το σώμα σου.
Παίρνουν το μυαλό σου.

Σπάνε τα κόκκαλά σου.
Σκίζουν το δέρμα σου.

Να μπουν, να εισβάλλουν, να πάρουν.

Πατούν το κρανίο σου με τα βαριά τους πόδια.

Άνθρωποι.

Σου ρουφάνε το οξυγόνο όταν δεν τους θες κοντά σου.

Κι όταν χρειαστείς λίγο άνθρωπο,
κανείς.