glxs

… Θέλω να ταξιδέψω. Αφήστε με να διορθώσω: χρειάζομαι να ταξιδέψω. Είμαι εικοσιεφτά χρονών. Ενας ζωντανός σκελετός με μαλλιά σκιάχτρου και βλέμμα κενό. Δεν μισώ τον εαυτό μου, αν σας δημιουργεί αυτή την εντύπωση η περιγραφή μου. Είμαι απλά ρεαλιστής. Πάνε χρόνια που έπαψα να με μισώ. Πάνε τέσσερις μήνες που “βγήκα”. Δυο χρόνια ήμουν φυλακή. Δε θέλω να γράψω για την παραμονή μου. Δεν θα είναι αυτό που με χαρακτηρίζει. Δεν θα το επιτρέψω, ούτε στους άλλους, ούτε στον εαυτό μου. Για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι θέλω να γράψω. Απλά, περιμένω.. έναν φίλο. Και βαριέμαι. Βαριέμαι απίστευτα. Και όταν βαριέμαι, κάνω βλακείες. Δες το σαν πείραμα, αν θες. Να δω τι απαντήσεις θα μαζέψω. A social experiment, που θα έλεγαν και οι αγγλόφωνοι. Και για να τεστάρω αν γράφω όσο καλά λέγανε ότι γράφω οι φίλοι μου…
Οταν ήμουν δεκατεσσάρων, ανακάλυψα τη δημοσιότητα. Ετυχε να γίνω δημοφιλής στο σχολείο, γιατί ήμουν καταληψίας και αλάνι και μάγκας ολκής. Και μ'άρεσε. Μ'άρεσε που όλοι σφάζονταν για να τραβήξουν την προσοχή του “αλήτη”. Εκανα παρέα με μεγαλύτερους, έπινα τα κέρατά μου, και ο κώλος μου είχε γίνει ένα με τη σέλα του GLX (χωρίς ποτέ να έχω λεφτά για βενζίνη), έπαιρνα τσιγάρα απ'όλους χωρίς να έχω ποτέ για να δώσω, και υπήρχαν συνομήλικοί μου που έλεγαν με περηφάνια ότι τους ψείρισα τον αναπτήρα ή την τελευταία μπάρα. Λες και έτσι έκλεβαν λίγη απ’ την αίγλη μου στα μάτια των συμμαθητών μας. Στα δεκαπέντε πέθανε ο πατέρας ομου, και μ'έστειλαν να ζήσω με την θεία μου. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Θυμάστε πως είπα ότι όταν βαριέμαι, κάνω βλακείες;
Εδώ ταιριάζει αυτή η δήλωση. Κόλλησα με μια παρέα λυκειόπαιδων, μερικοί είχαν μείνει δυο-τρεις φορές. Δεν ήταν και τα χειρότερα παιδιά που ήξερα. Δεν ήταν και τα καλύτερα. Μια μέρα, σ'ένα “πάρτι” , ένας αποφάσισε να το ρίξει στην τοξοβολία, εκεί μπροστά μας. Αλλος είχε χάπια. “Διαλέγεις ένα από τα δύο.” Μακάρι να μπορούσα να πω ότι σηκώθηκα και έφυγα. Οχι γιατί μετανιώνω εγώ, αλλά γιατί σίγουρα είναι καλύτερη ιστορία. Δεν με πίεσαν. Σιγά μη το έκαναν. Ποτέ δε σε πιέζουν οι άλλοι. Εσύ βάζεις τον εαυτό σου στο τρυπάκι “Κι αν δεν το κάνω; Θα με πάρουν για φλώρο.” Πήρα τα χάπια. Και ήμουν χαρούμενος. Ενιωθα ξαφνικά πως έγινα θρύλος που με έβλεπαν οι συμμαθητές μου. Βασιλιάς του κόσμου, παντοκράτορας.
Δεν φοβόμουν τίποτα, κανέναν, δεν υπήρχαν συνέπειες.. “Φαύλος κύκλος” λένε κάποιοι. Διαφωνώ. Δεν είναι κύκλος. Ο κύκλος υπονοεί ότι ξαναβρίσκεσαι στην αρχική σου κατάσταση. Εγώ προτιμώ να λέω “downwards spiral”. Πέρα από τ’ ότι είναι και γαμώ τα άλμπουμ, είναι πιο ακριβές. Μια σκάλα. Αρχίζεις την κάθοδο, που η κάθοδος είναι ο εθισμός, η ανάγκη. Και όλο και κατεβαίνεις. Και δεν βρίσκεις το πάτωμα, μέχρι που βρίσκεσαι στη μέση της σκάλας. Δεν βλέπεις ούτε την αρχή, ούτε το τέλος. Δεν έχεις άλλες επιλογές, παρά μόνο αυτές τις δύο: συνέχισε να κατεβαίνεις, ή γύρνα πίσω. Εγώ ήμουν στη μέση όταν καταδικάστηκα…
Το πρωί ξύπνησα με μια περίεργη απουσία συναισθημάτων. Ανοιξα ένα συρτάρι, μπας και βρω τις παρτιτούρες που δεν έχω περάσει ακόμη στο κινητό μου, και έπεσα πάνω σε μια παλιά φωτογραφία μου. Δεκάξι θα ‘μουν. Βάζω τα κλάματα για κάποιο λόγο. Ημουν μικρός, γαμώτο, ήμουν μικρός… Οχι. Ποτέ δεν ήμουν μικρός.
Πάντοτε ο μεγάλος, ο σκληρός, ο “άντρας”.. και κλαίω για μια φωτογραφία. Ημουν; Είμαι άραγε, ακόμα; Πάω στο μπάνιο να πλύνω το πρόσωπό μου,και το ξυράφι μου χαμογελάει αμέσως. Με τρεμάμενα χέρια το πιάνω. Πλησιάζω το δέρμα μου, εκεί, κοντά στον καρπό- “Δε θέλω να το κάνεις αυτό πια,ακούς;!” Το πετάω στο νεροχύτη. Κάθομαι στο ντους και χαλάω ζεστό νερό, με τη φωνή του ν’ αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου. “Υποσχέσου μου ότι δε θα το ξανακάνεις.” Ηλίθιε. Ηλίθιε, βλάκα Τζίμη… Εσωσες εμένα και δεν κατάφερες να σώσεις τον εαυτό σου. Δεν πειράζει. Εγώ σε θυμάμαι. Θυμάμαι τον τρελό που δεν μιλούσε σε κανέναν και καθόταν σε μια γωνία μόνος του,ζωγραφίζοντας. Ατελείωτες αυτές οι ζωγραφιές σου ρε Τζίμη. Πάντα τους έβρισκες ελαττώματα. Μόνο στους ανθρώπους δεν έβρισκες. Ακόμη και σ’ εμένα, με τα γαζιά στο σώμα και τις χαρακιές μου, με τα τατουάζ, τα πεταχτά κόκκαλα, τα σκουλαρίκια παντού και την ακμή που σημάδεψε το πρόσωπό μου,δεν έβρισκες ελάττωμα. Ελπίζω να μην σε ξέχασαν και οι άλλοι. Εγώ σε θυμάμαι. Βλάκα Τζίμη. Δεν χρειάζεται να μου φωνάζεις πια. Δεν άκουσες; Οι φλέβες μου δεν βγάζουν πια αίμα.. κάηκαν. Σαν τις χορδές της κιθάρας μου στον ήλιο, θυμάσαι; Τον Ιούλιο εκείνο, που καθόμασταν στην παραλία - σου τραγουδούσα το Heart Of Gold - και έσπασαν οι χορδές από τη ζέστη;… Πονούσα. Πονούσα όταν το πρωτοέκοψα. Με άγγιζες για μισό δευτερόλεπτο και έχανα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Και κάθε άγγιγμα, και το πιο αθώο ακόμα, το ένιωθα χίλιες φορές πιο δυνατό.
Ηθελα να μη νιώθω. Δεν έτρωγα , γιατί δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρια μου από την εξάντληση. Εφτασα να ζυγίζω με το ζόρι 50 κιλά, 1,80 γομάρι… Με το ζόρι με έσερναν από το κελί και πίσω. Δεν είχα δύναμη ούτε να γκρινιάξω, ή να ουρλιάξω από τον πόνο. Μετά το σώμα μκυ συνήθισε. Τον κλώτσησα γρήγορα τον εθισμό. Εφιάλτες δεν θα σταματήσω ποτέ να βλέπω, το ξέρω. Δεν με πειράζει. Δεν είναι κάτι καινούριο. Αντί να βλέπω ότι αποτυγχάνω στο σχολείο, βλέπω ότι έχω στα χέρια μου τη δόση μου και κανένα μέρος δεν με εμπνέει να σουτάρω. Τα ίδια σκατά δηλαδή από άγχος. Μη σου πω ότι τώρα τουλάχιστον βλέπω μόνο αυτό τον εφιάλτη, και αυτό μια φορά στο τόσο. Τις άλλες νύχτες κοιμάμαι ήσυχα.. Μεθαδόνη πήρα μια βδομάδα. Μετά την έκοψα μόνος μου. Μαχαίρι. Δεν άντεχα. Οι παρενέργειες έλεγα πως θα με σκοτώσουν. Ζαλιζόμουν, έκανα εμετούς συνέχεια, αιμορραγούσαν τα ούλα μου, έβρισκα μελανιές που δεν εξηγούνταν από την ατζαμοσύνη μου, ήμουν αδύναμος, κουρασμένος, έβηχα, δυσκολευόμουν να αναπνεύσω, είχα άγχος συνέχεια, ταχυκαρδία, γάμησέ τα.
Χίλιες φορές το στερητικό. Δεν ξαναπάτησα στην κλινική, και αν το διαβάζει αυτό κάποιος που με ήξερε από 'κει, όχι, δεν ξανακύλησα. Το υποσχέθηκα εγώ ότι θα το κόψω. Το έκανα.. Τον πρώτο μήνα που βγήκα, φοβήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να φάω. Πότε να φάω. Τι ώρα να ξυπνήσω. Μου πήρε καιρό να να ξεχάσω να περιμένω τον φύλακα. Ποιόν φύλακα;
Δεν έχεις πια φύλακα, χαλάρωσε. Μπορείς να κάνεις ο,τι θέλεις, χωρίς να δίνεις λόγο σε κανέναν. Τι να πρωτοκάνω άραγε; Γάμα το αυτό. Τι θα φάω; Πίτσα, σουβλάκια; Goody’s; Ή μήπως να μαγειρέψω κάτι; Τι; Μακαρόνια με κιμά, που είναι και εύκολο. Μη κάψω το σπίτι μου,ακόμη δεν γύρισα. Ναι,αλλά τι κιμά; Τι μακαρόνια; Γάμα το, θα πάρω Goody’s καθώς γυρνάω. Ή μήπως.. Ολα ήταν πιο εύκολα όταν δεν είχα άλλη επιλογή. Οταν δεν εξαρτιώνταν τα πάντα από εμένα. Ουφ. Ωραία.
Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Τι χρειάζομαι. Ρούχα. Δεν μου κάνουν όλα τα παλιά μου ρούχα. Εχασα τόσο βάρος. Ρούχα, λοιπόν. Δεν μπορώ να ψωνίσω μόνος. Ποιόν θα πάρω μαζί; Ο Τζον. Ο Τζον θα με βάλει σε σειρά. Κανονίζει αυτός, κόβει και ράβει όπως θέλει. Πρώτα ρούχα, μετά σουβλάκια και PlayStation σπίτι του. Περνάμε καλά. Νιώθω μια γαλήνη όταν ξαπλώνουμε στον καναπέ να δούμε κανένα χαζό μεσημεριανάδικο, να κάψουμε κι άλλα εγκεφαλικά κύτταρα. Γελάμε, λέμε μαλακίες, ψευτοτσακωνόμαστε για το ποδόσφαιρο και ταινίες. Κάποια στιγμή γυρίζω και τον κοιτάω. “Χάνομαι, Τζον. Ο κόσμος μου ήταν δυο δωμάτια και τώρα χάνομαι. Φοβάμαι.” Με αγκάλιασε, μου ανακάτεψε τα μαλλιά. Επλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά μου τα κοκκαλιάρικα. “Μη φοβάσαι, βρε χαζό. Δε θα σε αφήσω να χαθείς.”… Τώρα ζω μόνος. Κάτι πρέπει να κάνω σωστά, αλήθεια. Δεν έχω κυλήσει. Δεν πίνω και δεν καπνίζω πολύ, αν και ξέρω πως θα μπορούσα να το κάνω. Δεν θα με σταματήσει κανένας. Είναι αστείο, όταν το σκέφτομαι. Αν θέλω, μπορώ να πιω ένα μπουκάλι βότκα και να φάω δέκα σοκολάτες , και κανένας δε θα μου πει τίποτα. Αλλά δεν θέλω να το κάνω.
Παράξενο πράγμα ο άνθρωπος. Οταν δεν μπορούσα, ήθελα, και τώρα δεν μου περνάει καν από το μυαλό. Θέλω να ταξιδέψω. Να δω μέρη που δεν έχω δει στη ζωή μου. Να ανάψω φωτιά στην παραλία, αγκαλιά με τον κολλητό μου - πλέον συστήνεται και ως αγόρι μου. Να μπούμε στο βανάκι του και να γράψουμε χιλιόμετρα. Να έχουμε μπροστά μας τον δρόμο και τον ανοιχτό ουρανό. Να μην ξαναδώ την πόλη που κόντεψε να με σκοτώσει για τρεις μήνες. Να γνωρίσω, έστω, τη χώρα αυτή γαμώτο. Κοντεύω τα τριάντα και δεν έχω δει τίποτα. Δεν έχω βγει ποτέ την Αθήνα. Το χρειάζομαι να ταξιδέψω… Για να κλείσω: εγώ σώθηκα. Με έσωσαν, μάλλον. Δεν φοβάμαι, τώρα. Είμαι ελεύθερος. Πάω σινεμά με το αγόρι μου, αν παίζει καμιά ταινία, πάμε σε κλαμπ και κοπανιόμαστε μέχρι το πρωί, βγαίνουμε κάθε πρωί για τρέξιμο. Βγαίνουμε γενικά. Δεν θέλω να είμαι σπίτι, όχι όταν μπορώ να είμαι έξω, εκεί που βλέπω τον ουρανό, κι ας μην βλέπω τα αστέρια. Καθόμαστε στο μπαλκόνι και παίζω κιθάρα. Τραγουδάω, άμα έχω κέφια. Α, και διαβάζω. Διαβάζω πολύ. Παίζουμε βιντεοπαιχνίδια, δεν τον πειράζει που είμαι άχρηστος. Τώρα τον περιμένω σε μια καφετέρια της γειτονιάς μας, χαμογελάω μόνος μου. Είμαι ελεύθερος. Οχι από τη φυλακή. Από τον εαυτό μου.
—  Δεν ξέρω από που είναι, απλά βρέθηκε στα χέρια μου στο μάθημα της Κοινωνιολογίας
ΕΛ.ΑΣ. το μεγαλείο σου

Το κείμενο που ακολουθεί μακάρι να ήταν προϊόν μυθοπλασίας και να βασιζόνταν σε πλαστούς χαρακτήρες μα όχι, ζουν ανάμεσά μας. Κι έχουν κι εξουσία.
Σήμερα λοιπόν η μέρα μου ξεκίνησε με μία επίστεψη στον ναό της σαπίλας, aka αστυνομικό τμήμα. Έχοντας πάει ήδη εκεί το προηγούμενο βράδυ για να αναφέρω κλοπή κλπ, έχω βρεθεί να έχω περιγράψει το άτομο ίσα με 7 φορές, να έχω βαρεθεί να λέω τα ίδια και τα ίδια ακόμα και στον αστυνομικό που αράζει στην πόρτα σε φάση “Νίκο, πάω για καφεδάκι, θέλουμε;” που με ρώτησε τι έγινε λες και κουτσομπολεύαμε τον γείτονα της απέναντι πολυκατοικίας και να έρχομαι αντιμέτωπη με λογιών λογιών μπάτσους-καγκούρια -ναι, καγκούρια, με κολλητές φόρμες και φωσφόριζε αθλητικά, που πάλι καλά που έχουν μηχανές κι όχι GLX- που έχουν για ήχο κλήσης το “I feel good” και που ανάμεσα στη συζήτηση για τα κεράσια που θα φέρει ο κολλητός απ’ το χωριό πετάγανε και τη λέξη εισαγγελέας για να φανεί ότι ασχολούνται και λίγο με την όλη φάση. 

Μέχρι εκείνο το σημείο τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα γιατί απλά έβλεπα το ζώο homo “sapiens” στο φυσικό του περιβάλλον να συναναστρέφεται με τα υπόλοιπα δίποδα. Όταν όμως στο τμήμα μεταφέρθηκε γυναίκα, πιθανότατα Ρομά η οποία μάλλον κατηγορούνταν ότι έκλεψε τσιγάρα..το σκηνικό άλλαξε. “Τουκ τουκ” στην πόρτα με το όνομα “Κρατητήρια” κι από μέσα ένας κατά τ’ άλλα αρκετά γλυκός σαν φυσιογνωμία τύπος ανοίγει λέγοντας “Ούτε να κλειδώσουμε δε μπορούμε, δεν προλαβαίνουμε”. Η γυναίκα μπαίνει μέσα με συνοδεία 3(!) αστυνομικών με όπλα κι αλεξίσφαιρα -η γυναίκα προφανώς κι ήταν η μετεμψύχωση του Osama Bin Laden- και κάθεται στην καρέκλα. Ο “γλυκός” τύπος τότε γυρνά και της φωνάζει: “Σου ‘πε κανείς να κάτσεις; Σήκω πάνω!”. Η γυναίκα ζητά συγγνώμη και της απαντά: “Ε τι συγγνώμη, άδειασε τις τσέπες του, τώρα, όλα”. Στο σημείο εκείνο οι τυπάδες είδαν πως παρακολουθούνται κι ο ένας από τους αρματωμένους ρώτησε τον ανώτερο: “Να σε κλείσω;” Κι έκλεισε την πόρτα. Τα χειρότερα εξάλλου γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, ως γνωστόν. Παρόλ’ αυτά οι φωνές κι η επιθετική αντιμετώπιση ήταν ακόμα προσβάσιμες.
Ήρθε κι η σειρά μας μετά από τη συνάθροιση που είχαν στήσει στο δωμάτιο όλοι μαζί με δύο μπατσάκια να αράζουν στον καναπέ έτοιμοι να αναλύσουν τι έκαναν το προηγούμενο Σ/Κ κι εκεί ήταν η στιγμή που θα γνώριζα τον ultimate μαλάκα. Γλοιώδης τυπάκος στυλ Λάτσιος σκάει μύτη με πόλο γαλάζιο μπλουζόνι και ρωτάει “Τι έγινε κοπελιά;”. Αρχίζω να αναλύω το σκηνικό. Η απάντησή του; “Πόσο χρονών είσαι; Πιστεύεις στον Αη Βασίλη;” Όχι μαλάκα πιστεύω στην κατάντια του κόσμου χάρη στη γέννησή σου. Προφανώς και το βούλωσα γιατί δεν είχα όρεξη αλλά ούτε κι ήταν υπέρ μου να τσακωθώ με τον ειρωνικό πίθηκο και του απαντώ “Όχι, απλά ήθελα να βοηθήσω”. Το αστειάκι συνεχίζει κάνοντας την ίδια ερώτηση και στη φίλη μου. Για να γελάσουμε όμως ακόμα πιο πολύ πετάει το όμορφο: “Θα μου δώσεις 100 ευρώ;” γιατί προφανώς ό,τι μου ζητάνε το δίνω γιατί είμαι ηλίθια. Από ότι φάνηκε, δε θα τα πηγαίναμε καλά. Παρόλ’ αυτά καταπάτησα την επιθυμία μου να απαντήσω “Έχεις συνηθίσει να στα σκάνε έτσι απλά ε;” λέγοντας απλά “Ναι, μην αρχίζουμε όμως τώρα τα αστειάκια”.
“Χα, για ελάτε μέσα για κατάθεση”. Μπαίνουμε στο γραφείο, αράζει το αγόρι στην καρέκλα, κάνει κανα μισάωρο να γράψει 4 προτάσεις, επαναλαμβάνει γύρω στις 3 φορές αυτό που του λέω, καθόμαστε να αναλύσουμε τη διαφορά φράντζας με αφέλειες -αφού μέχρι να συντάξει το κείμενο καλώς όριζε με περίσσεια χαρά ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ έμπαινε μες το δωμάτιο γιατί πολύ απλά ήταν πολύ σημαντικότερο από μένα που ήθελα τη βοήθειά του και τους παρακαλούσε να κλείσει τον πόρτα γιατί κάνει ρεύμα και φοβάται μην αρρωστήσει -που να μείνεις για έναν μήνα στο κρεβάτι, μαλάκα- και αφού η όλη φάση τελειώσει κι αφού ανεβοκατεβήκαμε δύο ορόφους γιατί πολύ απλά είναι άχρηστοι και δεν ξέρουν που να στείλουν ποιόν, αφού ουσιαστικά πήγα για αναγνώριση και αναγνώριση δεν έκανα γιατί “Δεν έχω κοπέλες στον υπολογιστή” κι αφού άκουσα το υπέροχο αστειάκι -“Τι μάρκα ήταν το κινητό;” -“Turbo-x” -“Καλύτερα που στο κλέψανε γιατί έτσι κι αλλιώς θα σου χαλούσε το μικρόφωνο” ανταλλάζοντας γελάκι με τον συνάδελφο, έφυγα με τις χειρότερες εντυπώσεις για την ασφάλεια της Ελλάδας.
Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Ήμουν το άτομο που δεν τους έβαζε όλους στο ίδιο σακί, είμαι το άτομο που είχε ακόμα την ελπίδα ότι δεν είναι όλοι ίδιοι. Και μία μόνο βόλτα στο τμήμα, μια συναναστροφή με 10 από τα ζώα του συστήματος αρκούσε για να με κάνει να σκεφτώ πως…Σόρρυ μάγκες, αλλά στην επόμενη φωτογραφία που θα σας δω να φλέγεστε, δε θα λυπηθώ.

What people seem most cross about is Jean’s behaviour. Which is odd to me because it’s the one bit of this I’m not cross about. Her behaviour is terrible, the very worst, ych a fi, but it’s in the context of a story that knows her behaviour is terrible. 

“This version of Jean is awful at respecting people’s boundaries and autonomy and that’s scary and really not okay” is an ongoing theme in the Bendis run and, I think, a clever one. The fetishisation of teenJean’s prelapsarian innocence is a nasty and recurrent note in X-Men and I think Bendis has done well to attack it. 

He’s asking, “What if teenJean were brought into the present precisely because she’s a Magic Totem of Purity…only for her to turn out to be a massively flawed human being?” and I reckon that’s pretty cool.

The basic move she makes, violating Bobby’s privacy and deciding to force the issue, seems in the context of the run more a reason to be cross with the character than the writer. Though I suppose it’d still be reasonable to be cross at the writing for suborning Bobby’s coming out scene to the “Jean: Not All That Nice” storyline. 

I could probably be cross about that myself, to be honest. If I wasn’t too busy being cross about everything else.

Because while Jean’s awful behaviour isn’t (for my money) a flaw of the writing, one of Jean’s narrative functions here certainly is. Her function as Absolute Categorical Bisexuality Eraser.

This comic wants to establish Bobby Drake as gay and wants to be Very Clear About That. Avoiding the possibility that he’s bisexual seems almost more important than establishing that he’s queer at all; the incident that prompts the conversation is his lack of attraction to a woman rather than his attraction to men. Attraction to men is only very briefly and joking referenced at the end of the scene. According to the logic of this comic then gay is what we call it when men don’t fancy women. It’s a negation.

With that being the framework of the scene, it’s almost a non-sequitur that Bobby even brings up the possibility that he might be bi. He does though. Because the comic knows the readers will. Because of all those women we’ve seen Bobby with.

Now, you know that Squirrel Girl scene where she’s just beaten Thanos? Where’s that from? One of the GLX/GLI specials, wasn’t it? Anyway…Squirrel Girl’s just beaten Thanos and, because the comic knows that tedious readers will try and deny that such a thing ever happened, it has the Watcher turn to address the reader and confirm that this was definitely the real Thanos and definitely not a robot duplicate or imposter.   

It’s a great gag and a great parody of the sort of thing that Jean’s used for here. With the Watcher dead, she’s presumably taken over his role as Voice of Textual Certainty in so far as it pertains to sexuality. 

Once we’re into that phase of the conversation then her function is to remove any possibility of bisexuality from this character we’ve previously seen be attracted to women (sort of: see time travel) and are now learning is attracted to men (sort of: see story’s lack of interest in attraction to men). 

Now, once she’s performing that blatantly authoritative textual function then I don’t think it’s sensible to read what she says specifically in terms of her characterisation. The moves she makes to remove the possibility of bisexuality are the things this comic thinks achieve that.   

There’s three of them.   

Move One: Attempting to invalidate older Bobby’s heterosexual relationships. Jean argues that their having been unsuccessful implies they were inauthentic.

Move Two: Arguing that bisexuality is inconsequential. “They say everybody is [bi].” Ain’t no thing. If we were talking about bisexuality then we wouldn’t even be talking about it. Bobby is being outed because he’s gay. It wouldn’t be worth the drama if he was bi because…c’mon…everyone’s bi, aren’t they? We needn’t concern ourselves with people who identify as such and have it impact their lives in any way - that’s no more meaningful than Katy Perry having a preference of chapstick. This is the nastiest and most insidious bit of all this.

Move Three: Jean’s Mighty Mutant Mind powers can officially confirm that Bobby is “fully gay”. Now, the language there is the most offensive (people’s identities are fully their own. Bisexuals are nothing partial. Asexuals are nothing deficient. We’re all of us complete, not scraps of anyone else’s sexuality) but the move itself is the most hilarious. This is literally the Watcher ruling on Squirrel Girl. That was the real Thanos. Bobby is fully gay. We shall never speak again of Armin Tamzarian.

I wish I had a conclusion to go here, but I haven’t really. Just wanted to get down my thoughts.

Oh well, hopefully Marvel can learn from this and do a better job when they get round to Johnny.