flaneuring

Μισό λεπτό, κάτι γράφω

Άρχισα να συλλέγω λεπτά

από μικρό παιδί. Γιατί όχι άλλωστε? Άλλοι συλλέγουν πεταλούδες, κοχύλια, έργα τέχνης

παλιά κόμιξ

εγώ συλλέγω λεπτά.

Θλιμμένα, ψυχοφθόρα, μίζερα, νεκρά λεπτά.

~

Το πάθος μου γεννήθηκε στο σχολείο.

Τα πρώτα κομμάτια της συλλογής μου, εκεί τα απέκτησα.

Εκείνα τα ατελείωτα λεπτά, λίγο πριν το κουδούνι σημάνει για διάλειμμα.

Ένα ένα. Προσεκτικά.

~

Καμιά φορά, που ο διπλανός μου αφοσιώνοταν στο μάθημα

μέχρι το τελευταίο λεπτό

έκλεβα και τα δικά του.

~

Στην αρχή, τα κρατούσα στις τσέπες της φόρμας μου,

μα χανόντουσαν καθώς παίζαμε μπάλα στην αυλή.

Ούτε που καταλαβαίνεις πως χάνεται ο χρόνος όταν παίζεις.

Και που να τρέχεις να τα μαζεύεις…

(ειδικά αν είσαι τερματοφύλακας)

~

Αργότερα, ξεκίνησα να τα φυλάω σε μια παλιά μου κασετίνα

που είχε απ’ έξω μια ζωγραφιά με τους πάουερ ρέιτζερς να πολεμάνε έναν κακό.

~

Όσο μεγάλωνα, η συλλογή μου πλούτιζε.

Ανακάλυψα κάποιες βασικές αρχές ενός συλλέκτη.

Παραδείγματος χάριν: να αποζητάς την ποιότητα, όχι την ποσότητα.

~

Το πάθος μου, έμεινε για πάντοτε κρυφό απ’ όλους. Ήμουν, άλλωστε, πολύ προσεκτικός.

~

Το να είσαι μεγάλος, ανοίγει συναρπαστικούς νέους ορίζοντες

για να ικανοποιήσει κανείς την εν λόγω δραστηριότητα.

Άρχισα να μαζεύω τα γκρίζα λεπτά που κυλούσαν στα κόκκινα φανάρια, τις ουρές, τη σκοπιά, τις αίθουσες αναμονής, τις αϋπνίες, τους αυτόματους τηλεφωνητές.

Τα λεπτά που αργούσα στη δουλειά, και τα ατελείωτα μέχρι να σχολάσω.

Κάθε ανούσιο λεπτό μπροστά στον καθρέφτη

έως ότου γίνω ευπρεπής, και ευπαρουσίαστος.

Κάθε αναμονή

κάθε αναβολή στο ξυπνητήρι

και κάθε αναβολή στο ξυπνητήρι του γείτονα.

~

Όλα τα “περιμένετε ένα λεπτό, σας παρακαλώ”

που εκφέρονται από ένα ανέκφραστο πρόσωπο.

“Το αφεντικό θα σας δει σε ένα λεπτό”.

“Ο γιατρός θα σας δει σε ένα λεπτό”.

“Μισό λεπτό, και θα σας εξυπηρετήσουμε”.

“Επιστρέφω σε ένα λεπτό”.

~

Τα φυλούσα πλέον σε βαζάκια, με μια ετικέτα έξω απ’ το καθένα

διαφορετικό

ανά χρονολογία, ανά τύπο, ανά μέγεθος, ανά σημαντικότητα.

Σημείωνα στις ετικέτες λέξεις φαινομενικά παράλογες

όπως: “Ρομπέν των δασών”. ή, “Η αιωνιότητα”. ή, σε ένα μικροσκοπικό, “Φρύνοι”.

Μοναχά εγώ ήξερα τι σημαίνει το καθένα.

~

Μαζί σου, η συλλογή μου εμπλουτίστηκε με ένα νέο βαζάκι.

Εκείνο με το πράσινο καπάκι. Που σε παρακάλεσα να μην ανοίξεις ποτέ.

Δεν ξέρεις τι θα ξεπηδήσει από μέσα. Με τέτοια πράγματα, καλό είναι να φυλάγεσαι άλλωστε…

~

Εκεί, τοποθέτησα όλα τα δικά σου λεπτά.

Εκείνα τα βιαστικά, που ήθελα να ξαπλώσω δίπλα σου, λίγο ακόμη

μα έπρεπε να σηκωθώ και να ετοιμαστώ για τη δουλειά.

Τα ατελείωτα λεπτά που περίμενα να μου απαντήσεις σε κάποιο μήνυμα

και

τα λεπτά που τελείωναν στην κάρτα, και δεν μπορούσα να σου μιλήσω άλλο.

(δεν είχα και φράγκα να βάλω άλλη).

Και

τα δέκα λεπτά που σε περίμενα

στο πρώτο μας ραντεβού.

Το καλύτερο κομμάτι της συλλογής.

~

Τα τελευταία χρόνια, την διεύρυνα ακόμη περισσότερο.

Τεχνολογία, σου λέει.

Μαζεύω με αφοσίωση λεπτά από την τηλεόραση

και το διαδίκτυο.

Κάθε φορά που παρακολουθώ στις ειδήσεις

“τις συναρπαστικές εξελίξεις

λεπτό προς λεπτό”

θάνατοι, καταστροφές, αστυνομικές επιχειρήσεις,

συλλήψεις, αυτοκτονίες,

γέννησε η Μενεγάκη.

Χαμός.

Μπήκε γκολ στο τελευταίο λεπτό.

Κι εκεί που περιμένω να τελειώσει η γαμοδιαφήμιση τους στο youtube

“Μη χάνεις λεπτό”. “Βλέπεις διαφορά, απ’ το πρώτο κιόλας λεπτό”

“Απέκτησε λεπτή σιλουέτα στο λεπτό”.

(και γαμώ τα λογοπαίγνια).

~

Μαζεύονται, που λες, αυτά τα λεπτά.

Αργά, αλλά με αγάπη

και αφοσίωση.

Και κάποια στιγμή, τα λεπτά αυτά

θα γίνουν ώρα.

~

Θα είναι η ώρα

που θα τους πάρει ο διάολος.

2

I walked the entire length of every street in the 20 arrondissements of Paris. I took lots of photos of graffiti as well as strange and unique things that caught my eye. This is part 9 in this series. To see previous parts of this series go to my page titled Walking All Paris.

This is how I did the walk. This is one of many pages of the Paris map that I used. I drew out 1 continuous line making sure that it eventually traveled the entire length of each street. Then I followed the line!

Fort Qu'Appelle, Saskatchewan

Today, August 1, 2017, marks 5 years since we moved to Saskatchewan. In that time I’ve tried to figure out where I fit into this landscape being an eastern at heart. I continue to walk around my town and others making images, still drawn to things that remind me of home. Trailers seem to be an anchor. This could have been mine as a kid but for the bright green recycle bin.

Καλοκαιρινή Αναμονή

~

Περιμένοντας να γυρίσεις

φέρνοντας μαζί σου δώρα

ένα σπασμένο κοχύλι, ένα γδαρμένο σώμα

στάζοντας καλοκαίρι και επιθυμία

να σε σηκώσω άγαρμπα

και να σε πετάξω

σε ένα στρώμα απαλό

που τόσο θα σου’ χει λείψει.

~

Περιμένοντας να γυρίσεις

μ’ ένα βλέμμα αλλιώτικο

να ξεχωρίσω μέσα του την αντανάκλαση των άστρων

που σου κρατούσαν συντροφιά τις νύχτες

και ειδικά εκείνων που, καθώς έπεφταν,

ίσως προσέφερες στο στιγμιαίο πέρασμα τους

το όνομα μου

και μια ευχή που με αφορά.

Περιμένοντας να γυρίσεις

να αναζητήσω με τη γλώσσα μου

μια ξένη αλμύρα πάνω σου

μια οικεία γλύκα μέσα σου

ώσπου να γδάρω κάθε σπιθαμή

απ’ το δέρμα σου

που ξεφλουδίζει

γεμίζοντας τα σεντόνια με κομμάτια σου.

~

Περιμένοντας να γυρίσεις

να πλαγιάσουμε δίπλα δίπλα

έχουμε να μοιράσουμε

ήλιο και ιδρώτα

να ακουμπήσω το κεφάλι μου στα στήθη σου

και να αφουγκραστώ τους απόηχους

απ’ το μουρμουρητό μιας θάλασσας

και τη σιωπή μιας παραλίας.

~

Περιμένοντας να γυρίσεις

κρυμμένοι σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

να απλώσω πάνω σου τα δάχτυλα μου

και στα τυφλά

να αφαιρέσω προσεκτικά απ'τα μαλλιά σου

κάθε κόκκο άμμου

και να τις μετρήσω.

~

Μια για κάθε στιγμή που έλειπες.

~

E la vide abbassare gli occhi per non farsene accorgere, e poi ancora, sconfitta e fatale, ritornare con gli occhi negli occhi che la sorpresero a guardare. Guardarsi, estirparsi l’anima, entrarsi dentro, dipingersi addosso i pensieri più segreti.
—  Luigi Mancini - Un bacio in sospeso

I walked the entire length of every street in the 20 arrondissements of Paris. I took lots of photos of graffiti as well as strange and unique things that caught my eye. This is part 8 in this series. To see previous parts of this series go to my page titled Walking All Paris.

This is how I did the walk. This is one of many pages of the Paris map that I used. I drew out 1 continuous line making sure that it eventually traveled the entire length of each street. Then I followed the line!

Ζήτω το παγκόσμιο φρικαριάτο /

/

/           /

//

κανείς, αργότερα, δεν κατάφερε να εντοπίσει την αρχική πηγή /

γιατί τούτη τη φορά, δεν είχε χρειαστεί / καμία επαναστατική πρωτοπορία / κανένα κάλεσμα /

ούτε υπογραφές, διαθεσιμότητες, οργάνωση, αφίσες, δρομολόγιο, πρόγραμμα /

καμία διαδικτυακή πρόσκληση, να πατήσεις “θα πάω” ελαφρά τη καρδία και να σου το θυμίσει το μηχάνημα δέκα λεπτά πριν, ότι να, κοίτα, αυτό που είπες πως θα πας, συντελείται τώρα δα, και εσύ λείπεις, και που χρόνος να μαζέψεις τα τσιγάρα και τα κλειδιά, να κάνεις ένα μπάνιο στα γρήγορα, να φορέσεις τα μαύρα, να αποφύγεις τον διαχειριστή, να κατέβεις τα σκαλιά τρέχοντας /

/                                     /

λένε πως διαδόθηκε με τον άνεμο /

με το άγγιγμα /

σαν φήμη /

σαν ψίθυροι /

σαν υπονοούμενα /

πως ήταν κρυμμένο μήνυμα ανάμεσα σε διαφημιστικά σποτ και σελίδες βιβλίων /

πως κάποιοι, σε κάποιο σκιερό υπόγειο, το σχεδίαζαν για χρόνια /

ή πως το οραματίστηκε ένα ζευγάρι μόλις το προηγούμενο βράδυ, καθώς έκαναν έρωτα /

ή πως βγήκε αυθόρμητα, όπως όλα τα μεγάλα όμορφα πράγματα /

/ /

όπως και να’ χει, έγινε /

να, κοίτα /

έπαψαν πια να κρύβονται /

πλημμύρισαν τους δρόμους, κραυγές και σώματα /

φωνές ντροπαλές, βραχνές, μουσικές, ακατάπαυστες, βαθιές /

σαν πλήθος ήταν /

ή μάλλον, σαν πληθωρική στρατιά, με την διάταξη τους επιμελώς ατημέλητη, λες κι ένας συλλογικός νους να τους τοποθέτησε φαινομενικά τυχαία, ώστε να σχηματίζουν ένα σχέδιο, μια αισθητική τελειότητα, ένα μαθηματικό παράδοξο, ένας εδώ, δυο παραδίπλα, τρεις σ’ αυτή την πλευρά, άλλοι τρεις παραπέρα, θα στέκεστε κάπως έτσι, θα φορέσετε το εμπριμέ φουλάρι σας, κυρία μου μη σηκώνετε τόσο το χέρι σας, χαμογελάτε, συνεχίστε, σας παρακαλώ μη σπρώχνεστε, έρχονται κι άλλοι, υπάρχει τόσο μίσος ακόμη, και τόσα γέλια, ο δρόμος αυτός φαίνεται μας χωράει όλους, χωράει μια εξέγερση /

/                                  //

ήταν όλοι τους εκεί /

/

οι ερωτευμένοι, οι μεθυσμένες, οι ξένοι, οι πληγωμένοι, οι μόνοι, οι απεγνωσμένες, οι ανικανοποίητες, οι διχασμένοι, οι παράξενες, οι απογοητευμένες, οι φοβισμένοι, οι απλησίαστοι /

//

ήταν όλοι όσοι προσπάθησαν, τουλάχιστον μια φορά, να αυτοκτονήσουν, μα δίστασαν λίγο πριν το τέλος γιατί δεν ήξεραν τι να γράψουν στο αποχαιρετιστήριο σημείωμα / τι να πρωτοπεί κανείς / αντάλλασσαν όμως τις εμπειρίες τους πάνω στην πρακτική, κατά βάθος είναι και ζήτημα καλαισθησίας, η τελευταία πινελιά ενός καλλιτέχνη, ποιός άραγε ανάμεσα μας μπορεί να κρίνει αν η εκπυρσοκρότηση ενός πιστολιού είναι γοητευτικότερη ή δημιουργικότερη από μια σιωπηλή λεπίδα, από ένα μπουκαλάκι υπνωτικά, από μια βουτιά στο κενό /

/

ήταν όλες αυτές οι παράξενες φιγούρες, κάπως σκυφτές και φοβισμένες, που τους πετυχαίνεις συνήθως σε γυράδικα και πιτσαρίες τις νύχτες να αναζητούν λίγη συντροφιά / να αναζητούν ο ένας τον άλλο / τη δική τους μυστική πιάτσα / να ανταλλάσουν ανακουφιστικές κοινοτυπίες / να κάθονται, κάθε βράδυ, οι ίδιοι κάπως λευκοί άνθρωποι, στις ίδιες λευκές καρέκλες, κάτω από το ίδιο λευκό φως / μπροστά μια βιτρίνα με πίτσες, δυο ευρώ το κομμάτι / και να παρακολουθούν με μια υποψία ζήλιας τους πελάτες να μπαινοβγαίνουν στη σειρά / άρτος και θεάματα /

/                                            /

ήταν όλοι οι ψυχαναγκαστικοί, που τοποθετούν πάντοτε τα φλιτζάνια κατά σειρά ύψους, τις παντόφλες στην ίδια γωνία του σπιτιού, το κόκκινο πουλόβερ μαζί με τη μαύρη βερμούδα, τους συγγραφείς κατά επώνυμο / όλα βγάζουν νόημα τελικά / ας μη ξεχνάμε κι αυτούς που θα διαβάσουν τούτο το κείμενο, κι έπειτα θα σταθούν να μετρήσουν τις κατηγορίες να κοιτάξουν αν βγαίνει ζυγός αριθμός, αν είναι ας πούμε όλα τακτοποιημένα, υπολογισμένα / κατά βάθος νομίζω θα ήθελαν να είναι αράχνες, η ζωή τους να περιστρέφεται γύρω από την απόλυτη συμμετρία ενός καλοφτιαγμένου ιστού /

/

ήταν κι αυτοί που επέλεξαν να χάσουν τον εαυτό τους πάνω σε μια μπάρα / στον πάτο ενός ποτηριού / μέσα σε μια συνεχόμενη νύχτα / ένας εξέχων λογοτεχνικός τρόπος να χάσεις τον εαυτό σου, όπως διατείνονται οι ίδιοι / μα είναι διπλά τραγικοί / ένα γιατί χάθηκαν, το προφανές, ας μην επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα / και δυο γιατί / ας σημειωθεί / η αυτοκαταστροφή τους πάσχει από ολοκληρωτική έλλειψη πρωτοτυπίας / τόσο μπανάλ, χρυσό μου / τόσο προφανές / ένα πρόχειρο κολάζ όλων των στίχων που βρίσκει κανείς σε ποιητικές συλλογές / απ’ τους ρομαντικούς ως τους μπήτνικ / ανεκπλήρωτοι έρωτες και μπλαμπλαμπλα / εφηβικά ινδάλματα, ροκ σταρς να αργοπεθαίνουν πίσω απ’ τη σκηνή, ευκολοχώνευτη τραγικότητα / ο μπάρμαν ξέρει, κουνάει το κεφάλι συγκαταβατικά, γεμίζει ξανά το ποτήρι / απαιτείται μια ιδιοφυία για να γεννήσει έναν πραγματικά ξεχωριστό τρόπο αυτοκαταστροφής /

/  /

ήταν αυτοί που, καθώς περπατάνε στο δρόμο, μονολογούν / ή μιλάνε σε κάποιον φανταστικό φίλο, κάποιον παλιό συγγενή, κάποιον αόρατο συνομιλητή, κάποιον νεκρό αγαπημένο / τραγουδάνε τσιγγάνικα τραγούδια / απαγγέλλουν ποίηση / σιγοσφυρίζουν σκοπούς από διαφημίσεις του ραδιοφώνου / ή ρίχνουν κατάρες στους περαστικούς / ίσως και να πιάνουν αυτές οι κατάρες, ποιος ξέρει, ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι να σκοντάφτουν στο πλακόστρωτο / είναι να μη σου τύχει /

/                                                                                           /

ήταν και όλες αυτές οι γιαγιάδες που αρνήθηκαν τον θάνατο / αρνήθηκαν τη μοναξιά / αρνήθηκαν τα πλήθη / αρνήθηκαν και το γηροκομείο, που τόσο απλόχερα τους προσέφερε σαν εναλλακτική ο καλός εγγονός, θα είσαι καλύτερα εκεί, με ανθρώπους της ηλικίας σου, κάποιος να σε προσέχει, αν πάθεις τίποτα, κανείς δεν ξέρει τι μας ξημερώνει / ζουν ακόμη σε εκείνη τη μονοκατοικία στο τέλος του δρόμου, παρέα με μια στρατιά από γάτες / η γιαγιά δεν έχει όνομα για τις γάτες, οι γάτες έχουν όνομα για τη γιαγιά μα δεν της το λένε ποτέ, την φωνάζουν απλά η καλή κυρία, με τον δικό τους γατίσιο τρόπο, και όλοι είναι κατά γενική ομολογία ευτυχισμένοι, όσο υπάρχει γάλα /

/

ήταν όλες τους εκεί /

/                      /   /

οι μελαγχολικοί, οι τρομαγμένες, οι παράλογοι, οι υποχόνδριοι, οι εθισμένοι, οι θλιμμένες, οι δυσλεξικοί, οι σιωπηλές, οι περίεργες, οι παθιασμένοι, οι ατελείς, οι κομπλεξικοί /

/                                                                                      /

ήταν κι όσοι και όσες δεν ένιωσαν ποτέ άνετα με το σώμα τους / γιατί το σώμα τους επέλεξε αυτοβούλως να μη νιώσει ποτέ άνετα με τα πρότυπα ομορφιάς / οι γιατροί, λέει, έβαλαν τα δυνατά τους / νυστέρια, δίαιτες, χαπάκια, κρέμες, βοτάνια / κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό / η κατάσταση σας είναι ανίατη / φοβάμαι πως θα παραμείνετε χοντρούλα, μπάζο, σκιάχτρο, σπυριάρης, φρικιό / είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ανθρώπινη εφευρετικότητα όταν καλείται να δημιουργήσει λέξεις που πληγώνουν / τη μέρα τούτη όμως αυτές οι λέξεις απαγορεύονταν / ήταν απλά όλες και όλοι τους όμορφοι /

//

ήταν και κάτι τύποι που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο να γράφουν / και γράφουν / και γράφουν / σιωπηλά και ασταμάτητα / γράφουν για τα αγόρια που κατέβηκαν από τα άστρα / για έρωτες που ποτέ δεν έζησαν / για το θεό, το νόημα της ζωής, τις ψυχές, τα σύννεφα / για το θάνατο και την αρρώστια και την αποτυχία του να είσαι άνθρωπος / για τον ιδρώτα, το αίμα, τη σκόνη, τα δάκρυα / γράφουν / δίχως σκοπό / γεμίζουν σελίδες επί σελίδων / και δεν τα έχουν δείξει ποτέ σε κανέναν / ίσως να μην έχουν σε ποιόν να τα δείξουν / ίσως να μην υπάρχει κανένας να τα δείξουν / η μητέρα τους, στο δίπλα δωμάτιο, βήχει πάλι, έχει τις δικές της σκοτούρες / οι συνάδελφοι το πρωί στη δουλειά, τους κοιτάνε λίγο περίεργα / δεν θα τα δείξουν ποτέ σε κανέναν / κανείς δεν θα καταλάβει / μόνο τα αγόρια που κατέβηκαν απ’ τα άστρα, λέει, τους καταλαβαίνουν /

/

ήταν αυτοί που δεν έχουν προσαρμοστεί ακόμα στο πρωινό ξύπνημα / που ονειρεύονται τη μέρα που κανείς δεν θα τους διακόψει το όνειρο / τη μέρα που τα ξυπνητήρια θα απαγορευτούν / τη μέρα που η εργασία θα απαγορευτεί / τη μέρα που οι Δευτέρες θα απαγορευτούν / ήρθαν κάπως αργοπορημένοι αυτοί, μα πρόφτασαν πάνω στο καλό, δεν έχασαν το καλύτερο δηλαδή, άλλωστε όπως λέει και η λαϊκή σοφία, όποιος βιάζεται σκοντάφτει /

/                          /

ήταν όσοι κάνουν αυτές τις παράξενες συλλογές / αφιερώνουν μια ζωή σ’ αυτό, και πάλι ίσως δεν αρκεί μια ολάκερη ζωή / είναι ατελείωτα / πορσελάνινες κούκλες, γραμματόσημα, παλιά παιχνίδια, σπιρτόκουτα / γεμίζει το σπίτι, δεν αρκεί ένα ολάκερο σπίτι / γεμίζει το μυαλό με πορσελάνινες κούκλες, αρχίζουν φαντάζουν ζωντανές, αλλάζουν θέση τα βράδια, ψιθυρίζουν στα αυτιά τους όταν κοιμούνται, ζητάνε κι άλλο χώρο, κι άλλο χρόνο, δεν αρκεί / έχουν μονάχα ένα σπίτι να δώσουν, μια ζωή, ένα μυαλό / που χρόνος για άλλα πράγματα / κατέβηκαν στο δρόμο σήμερα με τύψεις, ακούνε τις κούκλες τους να τους καλούν, να παραπονιούνται, τις εγκατέλειψαν, ποιός ξέρει τι μπορεί να συμβεί όσο λείπουν / κάποιοι έφεραν την διαλεχτή τους μαζί τους / την κρατούσαν σφιχτά στην τσέπη, σαν φυλαχτό /

/

ήταν κι όλοι αυτοί που, μια ζωή, βάδιζαν δίπλα στον αγαπημένο τους, την αγαπημένη τους, και δεν τολμούσαν να του κρατάνε το χέρι, της / αγοράκι με αγοράκι, κοριτσάκι με κοριτσάκι, όλοι οι πιθανοί συνδιασμοί θα μπορούσαν να υπάρξουν ως εφικτοί / έρως κρυμμένος / φόβος / μα τι θα πει ο κόσμος / τώρα ήταν εδώ, δεν κρατούσαν απλά τα χέρια, πηδιόντουσαν στη μέση του πλήθους, μια γυμνή και υγρή χορογραφία / ξημέρωσε επιτέλους η μέρα όπου αναγκάστηκαν να κρυφτούν αυτοί οι “άλλοι” / να κρυφοκοιτάζουν από τα παράθυρα του σαλονιού, πίσω απ’ τις δαντελωτές κουρτίνες / με μια σταγόνα θυμού, και δυο τζούρες ζήλιας / δε με νοιάζει τι κάνετε στο κρεβάτι σας κύριε μου, εγώ στο δρόμο πηδιέμαι / τέλος /

/                               //

ήταν όλοι τους εκεί /

/

πέντε μέτρα μπροστά, ίσως λιγότερο, ίσως περισσότερο / προπορεύονταν εκείνοι οι δυο /

ξερακιανός ο ένας, στα δεξιά, με ένα αμάνικο γκρι πουλοβεράκι που του έπλεξε κάποτε η γιαγιά του /

με υποψία φαλάκρας /

και υποψία χαμόγελου /

κοντούλα θα την έλεγες την άλλη, στα αριστερά, φορούσε ένα λίγο παράξενο καπέλο με ένα μπουκέτο λουλούδια καρφιτσωμένο πάνω του /

και κούτσαινε λιγάκι /

κρατούσαν ένα τεράστιο πανό /

που έγραφε, με γράμματα όμορφα, ακριβή, καθαρά /

Υγιείς και κανονικοί /

στου πηγαδιού τον πάτο /

ζήτω το παγκόσμιο /

φρικαριάτο /

έτσι ακριβώς, ακόμα και τις καθέτους είχε στο τέλος κάθε σειράς /

//

και πέντε μέτρα πίσω, ίσως λιγότερο ίσως περισσότερο / προχωρούσε ένας γέρος /

φορούσε όλα αυτά που φοράνε συνήθως οι γέροι, και βάδιζε σαν ένας τέτοιος /

τίποτα το παράξενο ως εδώ λοιπόν /

και μουρμούριζε μοναχός του /

/             /

εγώ, έλεγε, γεννήθηκα στην σπιναλόγκα /

και τούτη εδώ, έκανε, δείχνοντας το πλήθος /

θα είναι η εκδίκηση μου /

2

This is part 7 of my walking Barcelona series. I am walking the entire length of every street in Barcelona. I leave my mark at least once on each street to say “I walked there.” As I walk I take photos of graffiti and other things that catch my eye. Previous parts in this series can be found at my page titled ‘Walking all Barcelona’. Click ‘keep reading’ to see photos from this walk.

This is my method.  I draw out one line, making sure that it eventually covers the entire length of each street, then I follow the line.

MEDELLÍN

Medellín está encerrada por dos brazos de montañas. Un abrazo topográfico que nos encierra a todos en un mismo espacio. Siempre se sueña con lo que hay detrás de las montañas aunque nos cueste desarraigarnos de este hueco; es una relación de amor y odio, con sentimientos más hacia una mujer que hacia una ciudad. Medellín es como esas matronas de antaño; llena de hijos, rezandera, piadosa y posesiva, pero también es madre seductora, puta, exuberante y fulgurosa. El que se va vuelve, el que reniega se retracta, el que la insulta se disculpa y el que la agrede las paga. Algo muy extraño nos sucede con ella, porque a pesar del miedo que nos mete, de las ganas de largarnos que todos alguna vez hemos tenido, a pesar de haberla matado muchas veces, Medellín siempre termina ganando. 

(1er parrado del 10mo capitulo de Rosario Tijeras)  .

Originally posted by elamormasgrandelplaneta

2

I walked the entire length of every street in the 20 arrondissements of Paris. I took lots of photos of graffiti as well as strange and unique things that caught my eye. This is part 7 in this series. To see previous parts of this series go to my page titled Walking All Paris.

This is how I did the walk. This is one of many pages of the Paris map that I used. I drew out 1 continuous line making sure that it eventually traveled the entire length of each street. Then I followed the line!

Curve tag at the bottom! Curve TGE is an amazing writer from the United States.

Chad Muska tag! He is a legendary pro skater that got busted writing his own name, haha.

Cool tile art!

Paris graffiti legends Horfe, Cony, Keno, and Tomek, PAL crew.

A really cool old entry way with a beautiful church behind it.


A boat cleaning the canal.

A secret fountain I found in a courtyard.

A plaque for the Iconic French singer Edith Piaf. If you have never heard of her you must listen! She is so full of emotion, this song always makes me tear up:


(ήθελα)

(ήθελα)
θέλω
να βάλω
τα δάχτυλα μου
(αυτά που τόσο λατρεύεις)
στο στόμα σου
και να ξεριζώσω
απ’ το λαρύγγι σου
όλες τις λέξεις
που δεν έχεις μοιραστεί
ακόμα
μαζί μου

(ήθελα)

Valletta is a tiny capital city really. You can walk right across the peninsula in a matter of 10 or 12 minutes. Funny thing is that people tend to stick to the main roads; they huddle together and scour each and every shop they encounter, they stop and chat, they grab a coffee, and sometimes they veer towards a public space in search of a free Wifi connection. 

The side streets, or the outskirts of the city belong to the locals, the explorers, the wanderers and the flaneurs. I guess, each of those descriptions could or would suit me. Because, in all honesty, every spare moment is an occasion - an opportunity to switch off, change mode, and embrace my inner tourist - a side of my personality which is constantly gnawing at my insides, begging to be released. 

This green and red door - seemingly abandoned - are found in one such side street, a deliciously short and inclined stretch of road which is unspoiled, which remains untouched. It is one of a few spots which I gravitate towards whenever I crave some familiarity, and some oneness with the city.

Valletta, Malta

2

This is part 8 of my walking Barcelona series. I am walking the entire length of every street in Barcelona. I leave my mark at least once on each street to say “I walked there.” As I walk I take photos of graffiti and other things that catch my eye. Previous parts in this series can be found at my page titled ‘Walking all Barcelona’. Click ‘keep reading’ to see photos from this walk.

This is my method.  I draw out one line, making sure that it eventually covers the entire length of each street, then I follow the line.