edit:mama

Μαμά,

Εγώ είμαι, το παιδί σου, εκείνο το μικρό παιδάκι που έτρεχε τσιρίζωντας μέσα στο σπίτι όσο εσύ το κυνηγούσες.
Εκείνο που έκανε τα πρώτα του βήματα ακολουθώντας δύο λούτρινα σκυλάκια.
Εκείνο που μέχρι δύο χρονών είχε τα μαλλιά του καρφάκια και αναγκαζόσουν να του κάνεις κοτσιδάκια.
Εκείνο που στα τέσσερα του ήξερε να διαβάζει παραμύθια και να μετράει μέχρι το 20.
Εκείνο, που στο δημοτικό είχε πολύ φαντασία, σύμφωνα με την δασκάλα, γιατί έγραφε πολύ δημιουργικές εκθέσεις.
Εκείνο, που τα θαλάσσωσε στο γυμνάσιο, εκείνο που απογοητεύτηκε και κλείστηκε στον εαυτό του, αλλά ύψωσε και πάλι το ανάστημα του στο Λύκειο, άσχετα και εάν σε απογοήτευσε με τους βαθμούς των Πανελληνίων, αλλά κατάφερε να περάσει σε μία καλή σχολή και προσπαθεί να δώσει το καλύτερό του εαυτό.
Θυμάσαι;
Θυμάσαι πόση αγάπη μου έδωσες πριν και αφότου γεννήθηκα;
Θυμάσαι που με κρατούσες στην αγκαλιά σου και μου τραγουδούσες;
Μου έλεγες από μικρό να αγαπάω του ανθρώπους για την ψυχή τους και όχι για την εμφάνισή τους όπως κάνουν όλοι οι υπόλοιποι.
Μου έλεγες να είμαι πάντα καλοσυνάτος άνθρωπος, να έχω αγνή ψυχή, να την δείχνω στους άλλους.
Μία φορά μου είχες πει ότι είμαι ξεχωριστό παιδί, ότι δεν έμοιαζα με τα άλλα παιδάκια, ότι πάντα ήμουν πιο σοβαρό, πιο ώριμο για την ηλικία μου.
Και εάν το καλοσκεφτείς, από μωρό ήμουν αλλιώτικο από τα άλλα.
Και ίσως εξακολουθώ να είμαι.
Μου δώσατε τόση αγάπη μαμά, εσύ και ο μπαμπάς, που πολλά παιδάκια θα ζήλευαν, γιατί ίσως δεν εισέπραξαν ποτέ τους τόση.
Μα, μαμά, η αγάπη σας με έπνιξε.
Δεν ήξερα πως να την διαχειριστώ. Ακόμη δεν ξέρω. Προσπάθησα να την σκορπίσω σαν μαγική χρυσόσκονη στον αέρα, προσπάθησα να την δώσω ακόμη και στον πιο βασανισμένο ψυχικά άνθρωπο, μα όλοι έβγαλαν τα νύχια τους και την άρπαξαν σαν απεγνωσμένοι, την χρησιμοποίησαν και μετά την πέταξαν.
Πάντα βοηθούσα τους άλλους. Έδινα κομμάτια της ψυχής μου, έδειχνα τον πραγματικό μου εαυτό, και πάντα την πλήρωνα ακριβά στο τέλος.
Αναλογίσου το λίγο μαμά.
Ήμουν το τέλειο θύμα.
Σκεφτόμουν αγνά, χωρίς να σκέφτομαι τι κακό θα μπορούσε να μου προξενήσει ο διπλανός μου.
Για αυτό και όλοι οι “καλοί” φίλοι, για αυτό όλα τα κλάματα, για αυτό όλη η απελπισία.
Είχα κουραστεί μαμά. 
Έχω κουραστεί μαμά.
Έχω κουραστεί να δίνομαι χωρίς να παίρνω τίποτα, έχω κουραστεί να αγαπάω χωρίς να αγαπιέμαι, έχω κουραστεί να βοηθάω χωρίς να παίρνω ούτε ένα ευχαριστώ, έχω κουραστεί να κρύβομαι από εσένα.
Πολλά βράδια ευχήθηκα να μην ξυπνούσα.
Πολλά βράδια ευχήθηκα να μην υπήρχα.
Πολλές φορές τα λόγια σου πάνω στα νεύρα σου, είχαν μπει σαν μαχαίρι στην πληγωμένη μου καρδιά και ευχόμουν ότι εάν δεν υπήρχα ίσως η ζωή σου και του μπαμπά, να ήταν πολύ καλύτερες.
Ξέρω, είχα υποσχεθεί να σου τα λέω όλα, μα είναι πολύ δύσκολο και είμαι σίγουρη ότι δεν θα τα καταλάβεις πολλά από αυτά.
Γιατί;
Γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους μαμά.
Σταμάτησα να τους αγαπάω όλους. 
Σταμάτησα να αγαπάω και εμένα, μαμά.
Η αγάπη σας ήταν τόσο μεγάλη, που στην παρόρμηση μου να την αξιοποιήσω, την σκόρπισα στους πιο ανούσιους και πανούργους ανθρώπους, που την εκμεταλλέυτηκαν εις το έπακρον.
Μα, ήρθαν λίγα άτομα, τα οποία με γνώρισαν, είδα αυτά που ίσως είχες δει και εσύ σε εμένα, και με αγάπησαν, με αγαπάνε αληθινά.
Μπορεί να είναι μονάχα δύο, μα αυτά τα δύο άτομα ίσως περίμενα όλον αυτόν τον καιρό.
Η αγάπη τους, σημαίνει τόσα για εμένα, γιατί ποτέ κανένας δεν μπήκε στον κόπο να το κάνει.
Ίσως επειδή είμαι διαφορετική μέσα στο πλήθος.
Ίσως επειδή εγώ μιλάω για τα άστρα, για το φεγγάρι, για την λογοτεχνία, την ζωή, και εκείνοι για την μιζέρια, την καθημερινότητα, την απαισιοδοξία και την θλίψη.
Τα είχα περάσει και εγώ αυτά μαμά, και εγώ σκεφτόμουν σαν όλους τους άλλους, υποκρινόμουν για να μπω και εγώ στην ίδια κατηγορία, για να ταιριάξω.
Μα δεν είμαι αυτή εγώ.
Εγώ είμαι εκείνη που μου μάθατε, εκείνο το παιδάκι που έπαιζε με όλα τα άλλα παιδάκια, και ας ήταν διαφορετικά, και ας μην τα ενέκρινε το πλήθος.
Εκείνο το καλοσυνάτο, γλυκό παιδάκι, με τους καλούς τρόπους, την αγάπη και την αγνότητα.
Δεν έχω αλλάξει μαμά.
Εκείνο το παιδάκι είμαι. 
Εκείνο με μάθατε να είμαι και εκείνο που θα συνεχίσω να είμαι.
Ελπίζω να το βλέπεις ακόμη, κάθε φορά που με κοιτάς στα μάτια και μου λες ότι με αγαπάς.

Escribiré quinientas veces el nombre de mi madre.
Con un vestido blanco trazaré cada una de sus letras por las paredes de mi dormitorio, por el suelo del patio del colegio, por el pasillo de la casa más antigua. Para recordar mi origen cada vez que yo viva. En todos los lugares podré besar sus mejillas limpias de cristal, aunque ella duerma lejos: sus mejillas cercanas que me dolerán allá donde acaricie su nombre escrito. Tantos días, tantas noches habrá de alimentarme amorosamente con su parábola descalza; vendrá mi madre a arroparme, mujer de humo, con los ojos tiritando de suerte,
y en cada sueño mis apellidos dolerán como un cartel de bienvenida a un hogar diferente. Gritaré quinientas veces el nombre de mi madre para quien quiera escucharlo, y escribiré que bendigo este medio corazón en huelga mío, pues no olvido…
—  Elena Medel
Mama, mach’ dir keine Sorgen, ich werd’ mich um dich sorgen. Für dich würd’ ich morden, Mama.
—  Haftbefehl // MoTrip - Mama
instagram

(via But without the t on Instagram: “New bebica! #guineapigs #babyguineapig”)

Feliz dia de las madres a todas las madres: A la madre ama de casa que se queda todo el dia limpiando, cocinando y sirviendo con una sonrisa, a la madre trabajadora que sale de casa temprano y llega tarde, a la madre adolescente que aunque tal vez no quiso pudo hacerlo, a la abuela o abuelo que hizo de madre cuando otra no pudo, a las dos mamás que luchan juntas criando a su hijo, al padre que tuvo que hacer de madre porque tuvo que enfrentarse a otros problemas antes, a la madre que espera la llegada de su hijo, a la madre que espera ser madre algun día, a la madre adoptiva que abrió su corazón a alguien que no nació de ella, a la madre que perdió un hijo, que siempre seguirá siendo madre, por ellas y por muchas otras, feliz día, mamá.

Aurelia.