bleu soleil

Je suis presque nue dans mon jardin en écoutant Barbara, à manger des fruits et boire du jus de pomme, le ciel est bleu, le soleil brille, les oiseaux chantent, le vent effleure mon dos, telles les vagues de la mer.

Des fois, quand le ciel est bleu et que le soleil ne se cache pas, je lève les yeux et j'vois un avion ou deux. Je vois la fumée qu'il laisse derrière lui et qui s'évapore petit à petit, j'imagine sa destination, l'Amérique ou peut-être le Japon, parfois j'reste là plantée je suis comme hypnotisée, puis d'autres fois on m'interpelle et alors je n'ai pas le choix, c'est la fin du rêve, les affaires reprennent, la vie continue
—  lespiquresaines
Κάπου εκεί

Όταν η ησυχία τρυπά

με τον θόρυβο της τα αυτιά μου,

και ο ταβάνι γίνεται

ο καμβάς των σκέψεων μου,

κάπου εκεί

σε συναντώ,

Κάπου εκεί

σχεδόν κάθε βράδυ,

Κάπου εκεί,

με χάνω.

Μέσα σε ψευδαισθήσεις ,

ταξιδεύοντας με τα μάτια ανοιχτά

και κλειστή την συνείδηση μου.

Κάπου εκεί

η  τυφλότητα του σκοταδιού

μ’ αγκαλιάζει σαν κρυφός εραστής

να μην την δεις εσύ.

Εσύ,

που δεν πρόκειται να χαθείς ποτέ.

Δεν υπάρχεις μα σε βλέπω,

σε αγγίζω,

σε νιώθω,

σε απεχθάνομαι.

Και φθείρομαι.

Φθείρομαι.

Φθείρομαι.

Εξαφανίζομαι.

Έτσι, όπως εξαφανίστηκες και εσύ.

Σε απεχθάνομαι.

Με απεχθάνομαι κάτι βράδια σαν κι αυτό.