Η ιστορία του Κώστα

Γεννήθηκα στις 20 Μαρτίου του ‘87. Το οποίο με κάνει “παππού” για τους περισσότερους από εσάς το ξέρω, αλλά δώστε βάση, ίσως να σας ενδιαφέρει αυτό που έχω να πω. (πάει λίγο μελοδραματικά στην αρχή ζητάω συγγνώμη προκαταβολικά.)

Η μάνα μου, όπως κάθε γνήσια και πλούσια κόρη φασίστα “ερωτεύτηκε” τον πατέρα μου από την πρώτη φορά που τον είδε. Το ερωτεύτηκε πάντα σε εισαγωγικά. Αναρχικός, εργάτης και φτωχός πάνω απ’ όλα ήταν ακριβώς ότι μισούσε ο πατέρας της. Κι οπότε έπρεπε να τον έχει. Τα κατάφερε εννοείται, και να που γεννήθηκα εγώ. Έλα όμως που τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα ‘θελε και ο μπαμπάκας της έκοψε τα χρήματα. Δύο μήνες άντεξε για χάρη της αγάπης (συγχωρέστε μου την ειρωνεία), έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε. Μόνη της. Ένα χρόνο μετά ήταν πάλι παντρεμμένη μ’ έναν της “σειράς” της κι ούτε να ακούσει δεν ήθελε για εμάς.

Ο πατέρας μου λόγω δουλειάς ταξίδευε συνέχεια οπότε μεγάλωσα με τον θείο μου, τον Κώστα (τιμή μου που έχω το όνομά του) και τους παππούδες. Δε θα ισχυριστώ ότι είχα την χειρότερη παιδική ηλικία όπως και να το κάνεις όμως πάντα κάτι έλειπε. Στην εφηβεία το κατάλαβα κι άρχισα να την αναζητώ. Δεν μου έλεγαν πού είναι.. γιατί μας άφησε. «Μην τα σκαλίζεις βρε Κωστή, δεν σου αξίζει αυτή η αλήθεια» μου έλεγε ξανά και ξανά όλο υπομονή η γιαγιά μου όταν την πίεζα λίγο παραπάνω.

Στα δεκατρία μου βρήκα την διεύθυνση όμως. Και πήγα με τα πόδια μέχρι εκεί. Δύο ώρες είχα περπατήσει μες στον ήλιο και μου’χαν φανεί δευτερόλεπτα απ’την χαρά και την ανυπομονησία. Όταν έφτασα ένιωθα σα να είχα μπει σε κάποια παράλληλη διάσταση, το σπίτι είχε μάντρα και θυρωρό… «Είναι η κυρία μέσα;» τον ρώτησα δειλά-δειλά. Μίλησε για λίγο στο τηλέφωνο και μου είπε πως όχι, δεν είναι εκεί. Κάθισα οπότε και περίμενα… Τέσσερις ώρες μετά άκουσα σειρήνες κι ένα περιπολικό σταμάτησε μπροστά απ’ το σπίτι… Η πόρτα άνοιξε και μια καλοντυμένη γυναίκα βγήκε έξω. Άκουσα αμυδρά κάτι για διάρρηξη και για παιδιά του δρόμου κι ένιωσα να με τραβάνε μακριά… «Είμαι ο γιος σου, δεν με θυμάσαι;» της φώναζα, αλλά είχε φύγει πια.

Ένα χρόνο αργότερα άκουσα τον θείο μου να ψιθυρίζει στον παππού μου ότι είχα πλεον μια αδερφή. Αυτήν δεν μπορούσε να μου αρνηθεί να την γνωρίσω. Έτσι νόμιζα. «Η δικιά μου η κόρη δε θα μεγαλώσει γνωρίζοντας ότι έχει κάποιον τέτοιο για αδερφό. Άχρηστε! αμόρφωτε! ηλίθιε… Κανείς δε θα σ’ αγαπήσει πραγματικά, θα μείνεις για πάντα μόνος σαν το αχρειο τον θείο σου ή τον αχαϊρευτο τον πατέρα σου… Αλήτης θα μείνεις για μια ζωή»  είπε και μου έκλεισε την πόρτα.

Αυτές οι λέξεις με στοίχειωναν για χρόνια… Τέλειωσα το σχολείο με πρωτεία, πέρασα πολιτικός μηχανικός. Έφυγα μετά για Αμερική με υποτροφία και τέλειωσα νωρίτερα λόγω υψηλότηρης ευφυϊας. Πήγα στρατό, ξαναπροσπάθησα να της μιλήσω, να της δείξω τι έχω καταφέρει μέσα από χίλιες ταλαιπωρίες… τίποτα. Έφυγα για μεταπτυχιακό, διδακτορικό και μεταδιδακτορικό. Γύρισα πάλι πίσω… Κατάφερα να δω την αδερφή μου και σιγά σιγά έχω αρχίσει να την κερδίζω.

Και ξαφνικά κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα ότι δεν χρειαζόταν να αποδείξω τίποτα αλλά ακόμα κι αν χρειαζόταν έχω και πάλι νικήσει. Αμόρφωτος δεν είμαι πια. Επιστημονικά μιλώντας δεν θα μπορούσα ούτε σε ένα εκατομμύρια χρόνια να χαρακτηριστώ χαζός. Συνεισφέρω σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και αγάπης, δεν είμαι άχρηστος. Είμαι περιτριγυρισμένος από φίλους στους οποίους χρωστάω το θάρρος μου να συνεχίσω και τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μου. Γιάννη, Σοφία, Μίλτο, Μάριε, Παύλο, Βασίλη, Ντίνα Μάρκο, να θυμάστε ότι πάντα θα είστε σημαντικοί για μένα. Φίλοι είναι η οικογένεια που διαλέγεις λένε και δε θα μπορούσε καμιά πρόταση να είναι πιο αληθινή για μένα όταν σκέφτομαι εσάς. (Λάρα, κι εσύ είσαι κάπου εκεί μέσα μικρέ δαίμονα.) Κι έπειτα έρχομαι στην μοναξιά. Χθες το βράδυ έκανα πρόταση γάμου στην κοπέλα που αγαπώ. Κι είπε ναι. Γιατί με αγαπάει κι αυτή. Και με αγαπούσε πάντα. Ακόμα και πριν γίνω όλα αυτά που είμαι τώρα…

Κι όσο για το αλήτης, λυπάμαι αλλά έτσι θα μείνω σ’ όλη μου την ζωή ;) Αναρχικός κι ασυμβίβαστος όπως ο πατέρας μου κι ο θείος μου, που μας άφησε πρόσφατα, τα πρότυπά μου. Και σ’αυτήν την ζωή που έχω χτίσει, γεμάτη αγάπη κι αποδοχή επιτέλους, είμαι χαρούμενος πια.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι πάντα θα υπάρχει καποιος στην ζωή σας που δε θα σας αποδέχεται ή που θα σας μισεί χωρίς λόγο. Η ευτυχία δεν κρύβεται όμως στο να τον αποδείξετε λάθος αλλά στο να βρείτε άλλους που σας αποδέχονται έτσι ακριβώς όπως είστε.

Ελπίζω να σας βάλει σε σκέψεις το κειμενάκι, εγώ πάω για μπυρίτσες. Τα φιλιά μου.

-Κώστας