08 08 08

━☽☾ / AU.08 - bulletproof.


     Nnoitra Gilga, known throughout the underworld as The Mantis, is a heartless hitman. He’s very often hired because he will kill anyone. Young or old, poor or rich - if someone puts a hit on them, Nnoitra will make the kill. His style is to kill his victims with one hit ( just like a mantis ), but he has a violent nature, and doesn’t say no if it is requested that he use a more bloody method to kill his victims.

     Despite being born seemingly without conscience, he still wears a silver cross around his neck, and prays for both himself and his victims ( his mother told him to pray for forgiveness, and GOD would have mercy on his soul ).

     Nnoitra underwent training in a private agency from age sixteen, and already then he was a talented fighter. After being recruited, the higher ups thought that they could teach him to follow orders, but it soon became clear that Nnoitra could not be ‘ controlled ‘. With the good results he was showing in training, they all agreed it would be a shame to have to ‘ let him go ‘ ( meaning, he would have to be killed ), but it was something that had to be done. He was too much of a ‘ loose canon ‘, and would become a liability to the agency if they let him stay. They had not anticipated that Nnoitra had seen their betrayal coming.

     Him escaping from the base/facility cost him his left eye, and after that, he disappeared underground, adopting the name ‘ the mantis ‘. He was found a year later, but this was not a bad thing. The agency had had an inner conflict, and two parties were facing off against each other. The part that found Nnoitra first was the one that survived, since they hired him to kill everyone on the ‘ wrong ‘ side, in return, they would pay Nnoitra, and promised to never bother him again. Nnoitra gladly accepted the conditions, and these were his first real kills as a hitman. It was, in his opinion, surprisingly easy to kill, and he was more than willing to make this his career. With some help from the agency, he was put in contact with the ‘ right people ‘, and his covername ‘ the mantis ‘ now got some real weight behind it.

     Nnoitra now lives in a small apartment in the big city, and even if he has what he would say is ‘ enough money ‘, he still lives somewhat modestly, and most of his money is spent on new weapons, since that’s what he enjoys. He’s struggling to find a real point to his life. Killing people might be easy for him, but it doesn’t have any meaning, and that’s what he’s missing. He doesn’t think he’ll find it, and has stopped looking. He’s accepted his life as it is, but would welcome a change. But what could that change be? He doesn’t know

6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008:«Του σήκωσα την μπλούζα. Αιμορραγούσε». Μιλάει το παιδί που ήταν δίπλα στον Αλέξη. Αυτό που νομίζοντας πως ζει ακόμα, πάλευε να τον σύρει στο πεζοδρόμιο, να τον σώσει. «Βλέπω στο μυαλό μου συνέχεια την ίδια εικόνα», λέει ο Φώντας Παπαδημητρίου, που καθόταν δέκα μέτρα παραπέρα, σ’ ένα καφέ. «Μια φιγούρα ανθρώπου να κείτεται στο έδαφος, και μια άλλη φιγούρα να προσπαθεί να τον σύρει, να τον σηκώσει ξανά». Αν δεν έχεις δει άνθρωπο να πεθαίνει, είναι δύσκολο να το καταλάβεις: «Νόμιζα πως γλίστρησε το παιδί. Πως ήταν βρεγμένο το έδαφος και γλίστρησε».

«Δεν έχει σφυγμό!» – το αγόρι δίπλα στον Αλέξη ουρλιάζει. Σκυμμένο πάνω του, παίρνει τον πρώτο άνθρωπο που σκέφτεται στο τηλέφωνο. Τη μάνα μιας φίλης του, που είναι δικηγόρος. Οι αστυνομικοί στο βάθος, δύο σκιές που φεύγουν. Η δικηγόρος είναι η κυρία Χρύσα Πετσιμέρη. Τον Αλέξη τον ξέρει από παιδί. Μπαίνει στον Ευαγγελισμό σε κατάσταση αλλοφροσύνης. «Φέραν ένα παιδί σκοτωμένο εδώ. Πού είναι;». Σχεδόν αδιάφορα κάποιος της δείχνει στο βάθος. Στα κρεβάτια των ασθενών ο Αλέξης μόνος του, κάτωχρος. Ούτε γιατρός ούτε κανείς. Η μπλούζα σηκωμένη. Μια γάζα στην καρδιά. Νοσοκόμες περνούν και ούτε κοιτούν. «Είναι ζωντανό το παιδί;» – η κυρία Πετσιμέρη σταματάει μία. «Δεν ξέρω!». «Τι θα πει δεν ξέρετε;». «Οχι κυρία μου, δεν είναι ζωντανό. Νεκρό είναι». Η νοσοκόμα σχεδόν ενοχλημένη. Η κυρία Χρύσα κάνει παύση. «Του χάιδεψα τα μαλλιά. Σαν να χάιδευα του παιδιού μου τα μαλλιά».

Στον Ευαγγελισμό, τον Αλέξη τον παρέλαβαν οι νοσηλεύτριες σαν «άγνωστο». «Με το τραύμα που είχε, δεν μπορούσε να είχε σωθεί» λέει μια νοσηλεύτρια. Η κοινωνική υπηρεσία άδειασε τις τσέπες του παιδιού. Μια ταυτότητα με ημερομηνία γέννησης 25 Ιουνίου 1993, κι ένα κινητό. Η πρώτη καταχώριση έγραφε «μαμά». Η κοινωνική λειτουργός πάτησε το πλήκτρο κλήσης. Στο Ψυχικό, η μητέρα του Αλέξη άκουγε το κινητό της να χτυπά από το κινητό του γιου της, και μετά μια ξένη φωνή: «Ο γιος σας χτύπησε. Πάρτε μια φίλη σας κι ελάτε».

«Μια αξιοπρεπέστατη κυρία, δεν μπορείτε να φανταστείτε». Ετσι λέει η νοσοκόμα που οδήγησε τη μάνα στην αίθουσα των γιατρών. Ενας αστυνομικός από το Ανθρωποκτονιών με πολιτικά καθισμένος σ’ ένα τραπέζι. Δίπλα η μάνα, και μια φίλη της να την κρατάει. Η κυρία Χρύσα, η δικηγόρος, μπαίνει στην αίθουσα, πάει να της μιλήσει. Η μάνα την κοιτάει. «Πες μου. Τι έκανε το παιδί μου και το σκοτώσανε;». «Τι να της απαντήσω; Η κόρη μου ήταν κι αυτή καλεσμένη στη γιορτή στα Εξάρχεια, έτυχε και δεν πήγε. Ο Αλέξης είχε βγει να τον κεράσει ο φίλος του ο Νίκος που γιόρταζε. Τι να της απαντήσω;».
Ο φίλος του ο Νίκος

«Μία μέρα πριν, λέγαμε τι θα κάνουμε όταν τελειώσουμε το σχολείο». Η συμμαθήτρια του Αλέξη σε κοιτάζει σαν να μη σε βλέπει. «Ο Αλέξης μου είπε “εγώ δεν είμαι σίγουρος τι θα γίνω. Αλλά θα μάθουν όλοι το όνομά μου. Θα το δεις. Εγώ θα γίνω διάσημος μια μέρα». Μια μέρα μετά.
Από σήμερα και μέχρι να «εξοστρακιστεί» η επόμενη σφαίρα στο στήθος κάποιου παιδιού, θα είναι ο «Ανδρέας – Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, ετών 15» πάνω στη μαρμάρινη πλάκα…

“Κάθε μέρα του Δεκέμβρη είναι του Αλεξη.Δεν ξεχνάμε,δεν συγχωρούμε.”