απόλυτο κενό

Σε είδα μετά από καιρό και το απόλυτο κενό. Σου έχει τύχει να μην ξέρεις τι να πρώτο νιώσεις και καταλαγεις στο να μην νιώθεις τίποτα…;
—  Η ζωή μου όλη

Ποτε καταλαβαινεις οτι είσαι στο απόλυτο μηδέν?

•Κοινωνικα νεκρός;

Γυρναω σαββατοβραδο μετα απο πολλες ώρες σε νετ καφε, βλεποντας παιδιά της ηλικιας μου, παρέες, ζευγάρια, στα μαγαζια να διασκεδάζουν, ή να αραζουν εξω. Αναρωτιέμαι γιατί για αλλη μια φορά είμαι μόνος μου, γιατί δεν έχω φιλους, ή κάποια κοπελα, όχι απαραίτητα κάτι σοβαρό, και καταλαβαίνω πως οι επιλογές μου με έφεραν σε αυτή τη κατασταση, να ζηλεύω δηλαδή την ευτυχία των αλλων.

•Συναισθηματικα νεκρός;

Να ακούς δυσάρεστα οικογενειακα γεγονότα και να μην αλλάζει ουτε το ύφος του προσώπου σου. Να νιωθεις μοναξιά στους 4 γαμημενους τοιχους που σε κλείνουν και να μη μπορείς να κλαψεις επειδή εχεις ξεπερασει τη φαση του κλαμματος και τωρα απλα υπάρχει το κενό. 

Να εχεις απορρίψει την έννοια της αγάπης γιατί όπως την πληγωσες σε πλήγωσε δίπλα και τριπλά, και έτσι, εχεις ταυτίσει κάθε συναίσθημα με αυτό τον πόνο που άλλοτε ενιωθες μα τώρα δεν υπαρχει γιατι αυτοσυντηρησαι στο κενό.

•Ψυχικα νεκρός;

Δε ξέρω αν υπάρχει ψυχή, και αν υπάρχει τοτε σίγουρα δε ζυγίζει 21g, καθως η δικιά μου με πνιγεί και δε μ'αφηνει να σηκωθω απ'το κρεβάτι. Βλέπω το σωμα μου, ή μάλλον την ψυχή, καθημερινά να φθείρεται, και πλεον έχω σταματήσει να προσπαθώ να το αλλάξω, κάποια πραγματα απλως τα συνηθιζεις.

Ποιος νοιάζεται για τον Βασίλη άλλωστε, και ποιος διαβάζει τις μαλακιες που γράφω; 

Αν η θλίψη είναι ρομαντικη τοτε θα ήμουν ο πιο ρομαντικός ποιητής, και είναι οξύμωρο γιατί έχω ξεχάσει τι εστι ρομαντισμός μέσα στην τόση θλίψη.

Οτάν λοιπον νιωσεις κατι τέτοιο τοτε θα ξερεις ότι προσεγγιζεις το απόλυτο κενό, και όταν θα μπορεσεις να γράψεις τέτοια πραγματα θα καταλαβεις πως η τέχνη είναι κατάρα και γεννιέται μεσα απο την αυτοκαταστροφή σου.

Βασιλης// για τις μερες που πεθαινα//19/11

Ούτε θλίψη, ούτε στεναχώρια. Κενό, το απόλυτο κενό, μέσα στην ψυχή σου, το ‘χεις νιώσει?

Η δική σου θάλασσα

Υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που βαριούνται τη θάλασσα, που την βλέπουν σαν αγγαρεία, που δεν είναι στο DNA τους να χαμογελούν μόλις ακουμπούν την ψυχή τους σε εκείνη. Δεν μπαίνω καν σε διάλογο μαζί τους και σηκώνω το χέρι να μου δώσει κάποιος το μερίδιό τους από τη θάλασσα που περισσεύει.

Δεν θα καταλάβει τα παρακάτω λόγια κάποιος που μπαίνει μέχρι τα γόνατα να πλατσουρίσει. Δεν θα θυμηθεί τίποτα από όσα λέω παρακάτω εκείνη που μένει με τα μαλλιά πάνω από το νερό. Δεν θα ενδιαφερθεί καθόλου για αυτό το κείμενο εκείνος που κλείνει τη μύτη στην πρώτη βουτιά και βιάζεται να βρεθεί ξανά πάνω από την επιφάνειά της.


“Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε” έγραψε ο Ελύτης 

Κι έχεις κι εσύ όπως κι ο Ελύτης μια εικόνα για τη θάλασσα. Μια μνήμη από εκείνη. Είτε είναι η εικόνα της όπως χτυπάει θεριεμένη από τον Βοριά τα βράχια κάτω από το μοναστήρι είτε είναι η γαλήνη της περιμένοντας τον ήλιο να βουτήξει σε εκείνη. Κι ακόμα κι αν είναι η ίδια εικόνα, το ίδιο στιγμιότυπο που βιώνεις με κάποιον άλλον, για εσένα είναι τόσο σημαντικά διαφορετικό.

Αυτό το απόλυτο κενό στο οποίο βυθίζεσαι στην πρώτη σου βουτιά στο νερό. Εκεί που ο χρόνος σταματά, τα πάντα κινούνται εκστατικά αργά και κάθε θόρυβος μοιάζει να χάνει τη δική του ανάσα όσο τα δικά σου πνευμόνια ζητούν εναγωνίως τη δική τους. Για τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα είσαι παραδομένος σε έναν κόσμο πιο ανθρώπινο από τον δικό σου. Έναν κόσμο που όλα έχουν τόση σημασία που τελικά δεν έχουν καμία.

Ο ήχος του βότσαλου που παίζει στον βυθό, η εκκωφαντική ησυχία του νερού, το μπλε γαλάζιο τιρκουάζ πράσινο που γεμίζει το βλέμμα σου, το πρωτόγνωρο σφίξιμο στο σώμα σου, το μικρό τσούξιμο στα μάτια που σου θυμίζει ότι ζεις, η ανήσυχη ηρεμία.

anonymous asked:

Ακούω την φωνή και το γέλιο του στο άκυρο,στο απόλυτο κενό...Πονάνε οι φλέβες μου από το πόσο μου λείπει.

Λυπάμαι που πρέπει να το περάσεις αυτό. Κουράγιο

Πριν δύο μέρες έφτασα στο χωριό μου. Ξέρετε τι λένε για τα χωριά, ότι γνωρίζεις τους μεγαλύτερους έρωτες.. έτσι έγινε και με εμένα πέρυσι με ένα αγόρι. Μη φανταστείτε ούτε ψηλός, ούτε ξανθός, ούτε γαλανομάτης ήταν. Μελαχρινός, μέτριου ύψους και γυμνασμένος. Το μόνο που με τράβηξε σε αυτόν δεν ήταν μόνο τα μάτια του, αλλά και ο τρόπος που κοίταζε τα δικά μου, το βλέμμα του. Περάσαμε ένα καλοκαίρι γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γέλια, τσακωμούς, κλάματα, αλλά τα ξαναβρίσκαμε και τότε όλα ήταν τόσο μαγικά. Όμως είχαν και ένα τέλος… Γυρίσαμε και οι δύο Αθήνα και χωριστήκαμε εντελώς, αυτός βρήκε άλλη. Ότι είχαμε πει εκείνο το καλοκαίρι ξεχάστηκε και πέρασα μια χρονιά που το μόνο που έκανα ήταν να τον σκέφτομαι. Να ανακαλώ στη μνήμη μου τα πάντα και να ξέρω πόσο χάλια μου φέρθηκε αλλά εγώ εκεί κολλημένη στο άπιαστο αυτό όνειρο. Και επιστρέφω στην αρχή. Χτες έκανα βόλτα σε όλα τα μέρη που είχαμε πάει και το μόνο που ένιωσα ήταν το απόλυτο κενό και συνειδητοποίησα πως 12 ολόκληροι μήνες πέρασαν για το τίποτα. Έχασα έναν ολόκληρο χρόνο ενώ θα μπορούσα να είχα κάνει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα. Μια συμβουλή που τη διάβαζα παντού και ποτέ δεν την ακολουθούσα: Μην αφήνετε το χρόνο να κυλάει μέσα από τα χέρια σας, είναι το πιο πολύτιμο και απέραντο «εργαλείο» στο σύμπαν, μην αφήνετε τον εαυτό σας να προσπερνά τις στιγμές και να τολμάτε. Καλύτερα να τολμήσετε και να κάνετε κάτι παρά να μετανιώσετε που δεν το κάνατε. Ο χρόνος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Μην το ξεχνάτε αυτό.

… Άναψε το τσιγάρο του χωρίς να μου ρίξει ούτε μία ματιά.

«Δεν περίμενα να έρθεις. Δεν περίμενα να θυμάσαι ότι αυτό το μέρος κάποτε ήταν δικό μας. Νόμιζα ότι με είχες ξεγράψει…»

Δεν απάντησε, απλά συνέχισε να κοιτάει μπροστά, εκείνη την μεγάλη, απέραντη θέα που κάποτε κοιτούσαμε μαζί μέχρι το ξημέρωμα. Είχαμε ανακαλύψει αυτό το μέρος εντελώς τυχαία. Καθόμασταν εκεί κάθε μέρα. Μόνο εμείς και τα όνειρα μας. Τα όνειρα που τόσο γρήγορα καταρρίφθηκαν, που τόσο γρήγορα γκρεμίστηκαν. Σήμερα όμως αυτή η θέα έμοιαζε διαφορετική. Αλλιώτικη. Ο ουρανός δεν είχε τόσο χρώμα όπως συνήθως, ήταν μουντός. Οι πολυκατοικίες, ήταν και αυτές μαυρισμένες• σχεδόν κανένας δεν είχε το φως του διαμερίσματος του αναμμένο. Σα να ήξεραν. Σα να ήξεραν ότι σήμερα δεν έχουμε σκοπό να παρατηρήσουμε εκείνους, και τους δρόμους, και όλα τα μαγαζιά που τέτοια ώρα σφύζουν από ζωή. Ούτε να κοιτάξουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που περνάνε από τον δρόμο. Που βιάζονται, που περιμένουν κάποιον, που μιλάνε, που περπατάνε, που κλαίνε, που χαμογελάνε. Όσο καταθλιπτικός ήταν ο ουρανός, άλλο τόσο ήμασταν και εμείς.

Είχε το τσιγάρο στο στόμα του. Κοιτούσε ευθεία το απόλυτο κενό. Μπορούσα όμως να διακρίνω το βλέμμα του• ήταν ψυχρό. Δεν είχε ίχνος συναισθήματος. Ίχνος αγάπης. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Είχε ξεμείνει από ρομαντισμό, ελπίδα, ακόμα και από θλίψη.

«Πες μου κάτι… Και βγάλε αυτό το πράγμα από το στόμα σου. Εσύ δε κάπνιζες! Θα καταστραφείς.» Του είπα ενώ πήγα κοντά του, σε μια απόπειρα να του πάρω το τσιγάρο. Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά απότομα.

«Θα καταστραφώ; Νομίζεις ότι μόνο ένα τσιγάρο θα με καταστρέψει; Η νικοτίνη δεν είναι το μόνο πράγμα στο οποίο μπορείς να εθιστείς. Εγώ, ας πούμε, ήμουν εθισμένος σε σένα. Και το μόνο που ήθελα ήταν η αγάπη σου. Δε ζήτησα ποτέ τον ουρανό με τ'άστρα• μου αρκούσε που τα κοιτούσαμε μαζί. Μου αρκούσε που κάθε βράδυ σε έβρισκα στο ίδιο ακριβώς σημείο, την ίδια ακριβώς ώρα. Και εσύ…εσύ τι έκανες;»

Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Ο οργανισμός μου δεν είχε την δύναμη να απαντήσει.

«Σε ρωτάω. Τι έκανες;» Πέταξε απότομα το τσιγάρο του, γύρισε να με κοιτάξει και συνέχισε. «Εσύ έγινες ένα με το τσιγάρο. Με γέμισες με ψεύτικα λόγια και αγάπες χωρίς ουσία. Νόμιζα ότι μου έκανες καλό αλλά στην πραγματικότητα, με κατέστρεφες από λίγο κάθε μέρα. Με άδειασες. Αλλά ξέρεις τι μου την δίνει πιο πολύ απ'όλα; Ξέρεις;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου ενώ τα δάκρυα ήδη κυλούσαν στα μάγουλα μου.

«Όχι…Συγγνώμη…Άσε με να σου εξηγήσω…»

«…Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι, ο,τι και αν έγινε δε μπορώ να σε μισήσω. Πονάω. Πονάω τόσο που σου μιλάω έτσι. Ακόμα και τώρα μέσα μου ξέρω ότι ακόμα θέλω την αγάπη σου. Είτε ήταν ψεύτικη είτε όχι. Βλέπεις, η ουτοπία δε στεναχώρησε ποτέ κανέναν. Η αποτομη προσγείωση είναι αυτή που τα χαλάει όλα. Αλλά τουλάχιστον είναι αληθινή. Ρεαλιστική. Και τώρα πρέπει να καταπνίξω τα συναισθήματα μου για σένα…»

Εκείνη ακριβώς ήταν η στιγμή που ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Να παω στις μέρες που ήμασταν καλά. Που δεν είχε γίνει ότι έγινε. Που ανταλλάσσαμε λόγια αγάπης και όταν με φίλαγε, τον ένιωθα να χαμογελάει. Που κοιτούσαμε τα σπίτια και ονειρευόμασταν ένα απ'αυτά να ήταν δικό μας, ώστε να μη χρειαζόταν να ερχόμαστε ως εδώ πάνω, αλλά να έχουμε αυτή την θέα στο μπαλκόνι. Στο δικό μας μπαλκόνι. Και να ξυπνούσαμε μαζί. Και ας ήταν και στο πάτωμα. Ας ήταν και στον δρόμο. Αρκεί να μην ήμασταν χώρια.

«Ήμουν λάθος… Το ξέρω… Αλλά σ'αγαπάω. Αλήθεια. Χωρίς ουτοπίες και δήθεν λόγια.» είπα ανάμεσα σε αναφιλητά.

«Δεν είναι έτσι η αγάπη. Και εύχομαι κάποιος να σε αγαπήσει… Να σε αγαπήσει πιο πολύ απ'ότι εγώ, αν αυτό είναι δυνατόν. Και άσε με εμένα. Θα τον βρω εγώ τον δρόμο μου…»

Είπε και σιγά σιγά, άρχισε να εξαφανίζεται από το οπτικό μου πεδίο.

«Συγγνώμη… Σ'αγαπάω… Γύρνα πίσω.»

— Αλλά για μια φορά, έπρεπε να κοιτάξει τον εαυτό του. Όσο και αν τον φώναζα, ήταν μάταιο. Για μια φορά, δε γύρισε…

Experts from a book I’ll never write

Via what-was-left-unspoken

Έχω νιώσει τις σιωπές να ουρλιάζουν μέσα μου.
Έχω νιώσει τον πόνο να περνάει σε όλο μου το σώμα και να μεταφέρεται.
Έχω νιώσει το απόλυτο κενό.
Έχω νιώσει τον πάγο της ψυχής μου.
Έχω νιώσει το ξέσπασμα των δαιμόνων μου.
Έχω νιώσει και την ψυχή μου να γίνεται κομμάτια.
Μα αν με ρωτήσεις τι πόνεσε περισσότερο…θα σου πω όταν έχασα τον εαυτό μου.
είσαι το ιδανικό για εμένα.ίσως φταίνε τα μάτια σου η το χαμόγελο σου η ακόμα ο τρόπος που περπατάς και ανασαίνεις…δεν ξέρω που θα με  οδηγήσει όλο αυτό μπορεί και στο απόλυτο κενό αλλά δεν με νοιάζει
γιατί απόψε σε θέλω…
Οξύμωρο;

Απόλυτο κενό. Το νιώθω πιο ρεαλιστικά απο πότε, ενα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου λειπει.

Όπως οι ακρωτηρισμενοι. Έτσι κι εγώ ακρωτηριασμενη από κούνια, μου λείπει ένα μεγάλο κομμάτι στην επιφάνεια του θώρακα.

Ή λείπει ή είναι αόρατο, φάντασμα. Η ανεπάρκεια με κατέστησε έναν άνθρωπο με ειδικές συναισθηματικές ανάγκες.

Θυμάμαι να στέκεσαι απέναντι μου, να σε παρακαλώ να με προσέχεις και εσύ να είσαι αφηρημένος να κοιτάζεις από το μεγάλο τούνελ στο στερνο μου, τους άλλους τους επαρκείς και ολοκληρωμενους.

Ειρωνεία: μέσα απο το δικό μου κενό, που αμφιβάλω αν πρόσεξες και ποτέ, κοίταζες αλλού, λες και ήταν κιάλια.

Ανάμνηση #21

Καθόμασταν σε κάτι σκαλάκια.
Μόνοι.
Ησυχία παντού.
Φιλιά,Αγκαλιές,κλάματα,ιστορίες.
Μία μέρα αναγκαστήκαμε και σπάσαμε,κενό.
Απόλυτο κενό.
Και τώρα.
Η ζωή μου όλη.
Το καλύτερο κορίτσι.
Η μισή καρδιά μου.
Πλέον δεν μιλάμε.
Σπάσαμε,χαζομάρες.
Να είναι καλά.


@athensvibez

Και είναι στιγμές που τα συναισθήματα χτυπάνε πιο δυνατά απ’ ότι η σκέψη. Αυτό το δυνατό συναίσθημα είναι που δεν μπορείς να το ελέγξεις. Σε αυτό δε μπορείς να βάλεις ούτε όρια ούτε κανόνες. Δεν το επιβάλλει το μυαλό αλλά η καρδιά. Είναι τόσο δύσκολο πολλές φορές να το διώξεις. Αυτό το αυθόρμητο χαμόγελο που δημιουργείται στο πρόσωπο σου όταν τον βλέπεις, ξεπερνά κάθε ανθρώπινη έκφραση. Γιατί δεν χαμογελάνε τα χείλη αλλά τα μάτια. Λένε πως η αγάπη δεν θέλει ανταπόδοση και πως αγαπάς κάποιον επειδή το νιώθεις. Κι όμως δεν γίνεται αυτό γιατί η αγάπη θέλει ανταπόδοση, θέλει να υπάρχει κάποιος να αγαπάει κ σένα, να νιώσει όλα αυτά που νιώθεις και εσύ και τότε όλα αυτά θα γίνουν πιο δυνατά… Δεν θα είναι όλα ένα απόλυτο κενό μέσα σε όλο αυτό, θα υπάρχει διέξοδος και φως. Η αγάπη κάθε μέρα θα δυναμώνει όλο και πιο πολύ, γιατί θα ξέρεις ότι αυτά που δίνεις θα έχουν και ανταπόδοση…