Μπορώ να έχω ένα reblog από όσους είναι δίδυμοι (ζώδιο) απλά από περιέργεια; ❤️
Αυτός ο φίλος
Αυτός ο φίλος που τον διακόπτουν, τον αγνοούν, τον περιφρονούν, μένει πίσω όταν το πεζοδρόμιο δεν χωράει όλους σε μια γραμμή, δεν τον παίρνουν τηλέφωνο ούτε στέλνουν μήνυμα μονάχα όταν τον χρειάζονται, δεν του μιλάνε και πολύ και τελικά πάντα αποφασίζει να είναι ήσυχος, αμίλητος ή ακόμα και να μην βγει καθόλου από το σπίτι του… Λοιπόν στην θέση αυτού του φίλου βρέθηκε ο εαυτός μου…
Rita Mae Brown (via naturaekos)
Oregon, United States of America: Total/Full solar eclipse photographed by Dave Tefft on 21 August 2017 [3016 x 3016]
Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω «ποιητής». Μην κλειστώ στο δωμάτιο ν’ αγναντεύω τη θάλασσα κι απολησμονήσω. Μην κλείσουν τα ράμματα στις φλέβες μου κι από θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ, μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλιωσε για να με χρησιμοποιήσει. Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Κατερίνα Γώγου
Βγαίνω και κάθομαι. Είτε με βροχή και κρύο είτε με αστέρια και ζέστη. Απλώνω τα πόδια μου στα κάγκελα και χαλαρώνω. Τρελαίνομαι να μυρίζω τις κουζίνες των γειτώνων , να ακούω παιδιά να γελάνε και να ακούω τις μηχανές των αυτοκινήτων να περνάνε από τον δρόμο. Ειδικά τις βροχερές μέρες. Μαρέσει να παρατηρώ πως κινείται ένας άνθρωπος στην δική του ζωή. Πως λειτουργεί πως πράττει από διάφορες άλλες βεράντες. Μαρέσει να ακούω τις κουκουβάγιες στις χειμερινές μου στιγμές εκεί. Αγαπώ τον κρύο αέρα που εισπνέω όταν νιώθω πως τα πνευμόνια μου το έχουν ανάγκη. Αγαπώ τις καλοκαιρινές πετσέτες παραλίας που έχει απλωμένες η κάθε γειτόνισσα. Τις ομπρέλες θαλάσσης που έχουν για να αποφεύγουν τον ήλιο και τα περιστέρια. Αγαπώ ζευγάρια να κάνουν σεξ. Να ακούω τους οργασμούς και τις ιδονές. Αγαπώ τα ξημερώματα να ακούω τα πρωινά νέα από τον επάνω όροφο. Αγαπώ ζευγάρια να σφάζονται στα πεζοδρόμια και μετά να πνίγονται στα φιλιά. Μαρέσει η βροχή που στάζει από τις τέντες και η μυρωδιά της. Αισθήματα έντονης νοσταλγίας. Ξέρεις σε μια βεράντα μπορείς να είσαι ακίνητος αλλά να ακούσεις πολλά. Να ζήσεις πολλά. Να δεις πολλά. Να μυρίσεις πολλά. Μα πάνω απ όλα να νιώσεις πολλά. Thessaloniki
Και οι ώρες περνάνε απαρατήρητες 21/5/2017 Λίγες μέρες πριν τις πανελλήνιες
Όλα σε θυμίζουν, μα πιο πολύ ο ουρανός, περίπλοκος, φωτεινός, άλλοτε σκοτεινός και πάντα υπέροχος.
Στην μνήμη ενός αγνώστου ερωτευμένου.
Καθόμουν σε ένα παγκάκι, έχοντας στα αυτιά μόνο το ένα από τα 2 ακουστικά.
Κλασσικά απορροφημένος με τον ουρανό και χαμένος σε μια ακόμα τρελή ιστορία απο αυτές που σκαρφιζομαι για να σκοτώνω την μονοτονία.
Καθώς η μονοτονία συνέχιζε να με πνίγει και η ωρα περνούσε, μετα απο 10 λεπτά ήρθε ένας άντρας μεγάλης ηλικίας γυρω στα 70 με 75 και κάθισε δίπλα μου.
Στην αρχή φαινόταν πως δεν μιλάει πολύ. Απλα μου χαμογέλασε , άνοιξε την εφημερίδα, φόρεσε τα γυαλιά του και άρχισε το διάβασμα.
Μεσα στην απόλυτη ησυχία, γυρνάει απότομα και με ρωτάει:
“ Πόσο είσαι”
Φοβήθηκα στην αρχή αλλά επανήλθα γρήγορα.
“Σε λιγους μήνες γίνομαι 18”
Γύρισε το κεφάλι προς τα κάτω και άρχισε να μου μιλάει με ένα χαμόγελο σαν αυτά που προηγούνται πριν από δάκρυα χαράς.
“Θα πέθαινες ποτέ σου για τον έρωτα; ”
,μου αποκρίθηκε.
Περίεργη ερώτηση ξέρω, και εγώ στην αρχή τον πέρασα για τρελό ή πως μπορεί να πάσχει από κάποια γεροντική άνοια.
“Δεν ξερω, υποθέτω πως ναι , αλλά δεν σας το λέω και με το χέρι στην καρδιά.”
Γέλασε σε χαμηλό τόνο και ξανα πήρε το ύφος του.
“Στην ηλικία σου δεν έτρεμα να πεθάνω. Ημουν ερωτευμένος. Δεν με κράταγε ουτε ο Θεός ο ίδιος. Δεν με ένοιαζε τίποτα, παρά μόνο να είναι αυτη καλά, να είναι ευτυχισμένη. Θα θυσιάζομουν και για το πιο γελοίο λόγο, αρκεί να μην χάλαγε η ευτυχία της. Μην με περνάς για τρελό, δεν είμαι. Έτσι πρέπει να είναι ο έρωτας, και οχι όπως σας μάθανε. Ο έρωτας δεν έχει ντροπές. Πέσε, τσαλακωσε την εικόνα σου , φάε τα μούτρα σου, αφιέρωσε της τραγούδια στις 4 το πρωί οταν ολοι ξαπλώνουν, παρτην απο το χέρι και γύρνα κάθε δρόμο καθε στενό, φώναζε της οταν κάνει κακο στον εαυτό της και μην φοβάσαι να της πεις τι αισθάνεσαι.
Μια μέρα αγόρι μου θα φύγει και δεν θα μπορείς να πεις τίποτα. Το πρόσωπο σου θα είναι γερασμένο και δεν θα μπορείς να τρέχεις μα ούτε και να φωνάζεις. Για αυτό αγάπησε τωρα που μπορείς. Δίχως κάγκελα και περιορισμούς , μα και χωρίς αμφιβολίες. Αυτα φάγανε τους μεγάλους έρωτες.
Να είσαι αιχμάλωτος του έρωτα και να το λες , να το φωνάζεις. Να είσαι περήφανος. Μεσα απο τα μάτια του έρωτα σου θα δεις τον κόσμο όπως τον φαντάζεσαι. Μονο ερωτευμένος θα είσαι η καλύτερη πλευρά του εαυτού σου. Μονο με τον έρωτα εισαι πραγματικά εσυ. Αρα γιατί να ντρέπεσαι? Είσαι ευτυχισμένος. Και η ευτυχία δεν χωρά ντροπές, μονο αλήθειες.”
Άκουγα σαν να μου μίλαγε ο μεγαλύτερο καθηγητής Πανεπιστημίου. Μα και αυτός ο τίτλος ηταν λίγος.
Ένιωθα πόνο στα λόγια του. Αισθανόμουν πως είχε ζήσει πολλά και μίλαγε εκ πείρας.
Δεν κρατήθηκα και μετά από 5 λεπτα ησυχίας τον ρώτησα:
“Εσείς τον ζήσατε τον μεγάλο ερωτα;”
Κοίταξε προς τα πάνω, σηκώθηκε όρθιος, έκλεισε την εφημερίδα και μου είπε :
Εγω τον έζησα, τον έχασα και τώρα απλα περιμενω να τον ξανα συναντήσω κάπου αλλού . Βγες εκει εξω και ερωτευσου. Και οχι για έναν τρελό παππού που πλέον δεν του έμεινε και πολύ χρονος. Καντο για εσένα.
Γιατί ο έρωτας, είναι το μόνο πραγμα στην ζωη που θα μοιραστείς με κάποιον άλλον και θα μπορείς να αποκαλείς δικο σου.“
Δύο μήνες αργότερα, ειδα καρφιτσωμενο πανω σε μια κολώνα της Δεη , το χαρτί για τη κηδεία του.
( ΥΓ: Και έτσι για την ιστορία , η κολώνα ηταν στο πάρκο που τον γνώρισα)
Α.Ι
Φακ
Χριστέ μου
Και τώρα πρέπει να βρω δυο λόγια να σου πω.
Τις βρήκα έτοιμες τις λέξεις. Δεν έφτιαξα καμία μόνη μου.
Αυτό είναι άδικο για σένα. Θέλω να βρω κάτι που να είναι μόνο για σένα. Να μην χωράνε μέσα τόσοι και τόσοι. Δεν ήσουνα σαν τόσους και τόσους.
Δεν θέλω να σε ντύσω με φορεμένα ρούχα. Φθαρμένους αγκώνες και γόνατα, θα΄ναι σαν να σε ντύνω με λυγίσματα, σαν να προδίδω πως εγώ τουλάχιστον σε είχα δει να κλαις. Γιατί να τους το πω; Θα καίγονται να μάθουν πως ήσουν ίδιος με κείνους, πως δεν ήσουν δα και κάτι διαφορετικό.
Δεν θα τους αφήσω να σε θυμούνται στα μέτρα τους. Αν δεν πονάνε κάθε φορά, αν δεν τους σκοτώνει που δεν σε έζησαν, που δεν ήταν εκείνοι αυτό που ήμουν εγώ για σένα, που δεν θα γίνουν ποτέ αυτό που ήσουν εσύ για μένα, ας μην σε θυμούνται καθόλου.
Στον δρόμο, φεύγοντας, σταύρωσα με δύο παιδιά. Το ένα σου έμοιαζε, σε εκείνη την φωτογραφία με τους γονείς σου σε μία θάλασσα που δεν θυμόσουν.
Και με ρώτησαν: “τί τον είχες;”
Ρώτησαν εμένα τι σε είχα!
Τους είπα πως ήσουν το όνομά μου.
Από δω και πέρα πια, μπορούν να με φωνάζουν όπως θέλουν.
[τι μελαγχολία σφύριξε απόψε ο ουρανός]
Ο ουρανός φωνάζει Θεσσαλονίκη κι ας είσαι στην Αθήνα…






