[Who invented the human heart, I wonder? Tell me, and then show me the place where he was hanged]🌹
«Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που διαβάζει, γυναίκα που αισθάνεται υπερβολικά ή γράφει.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα πνευματώδη, πλανεύτρα, τρελή και παλαβή. Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που σκέφτεται, που γνωρίζει αυτά που ξέρει κι επιπλέον μπορεί και να πετά · γυναίκα σίγουρη για τον εαυτό της.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που γελά ή κλαίει στον έρωτα, που ξέρει να μετουσιώνει το κορμί σε πνεύμα · πόσω μάλλον μία που αγαπά την ποίηση ή που στέκεται να θαυμάσει για ώρες κάποιο πίνακα και που δεν ξέρει πώς να ζει δίχως τη μουσική.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που ενδιαφέρεται για την πολιτική, που είναι επαναστάτρια και νιώθει φρίκη απέραντη μπροστά στην αδικία. Γυναίκα που σιχαίνεται την τηλεόραση. Και που είναι όμορφη δίχως να στέκεσαι στο πρόσωπο ή το κορμί της.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα παθιασμένη, παιχνιδιάρικη, διαυγή και βλάσφημη. Μην το ευχηθείς ποτέ να ερωτευτείς μία γυναίκα τέτοια.
Γιατί όταν ερωτεύεσαι γυναίκα όπως αυτή, ασχέτως αν μείνει μαζί σου, ή αν σε αγαπήσει κι εκείνη, από μια τέτοια γυναίκα, ποτέ δεν επιστρέφεις.»
~ Martha Rivera Garrido
Οξφόρδη, 02/04/2009
Στη γυναίκα της ζωής μου, των 34 Απριλίων—
Την ώρα που στριμώχνω τα πόδια μου, κρύα πάγος, κάτω από το πάπλωμα τρίβεις, άθελά σου, τη μύτη στη μαξιλαροθήκη σου και βυθίζεσαι, ύστερα κλείνω τα μάτια, έτσι κάνει κανείς πριν κοιμηθεί, και μου διηγείσαι—από την άλλη πλευρά του ύπνου—ιστορίες από τα παιδικάτα σου⋅ άραγε τί με νανουρίζει, η φωνή ή το πρόσωπο σου; Να ‘χεις ήσυχο ύπνο, απαίδευτο, το κορμί θέλει το κορμί, κι αν πάλι οι ζωές των δύο μας μετριούνται πια σε μίλια, σε τηλέφωνα, σε φλουταρισμένες βιντεοκλήσεις και σε αίθουσες αναμονής, έχουμε ακόμα τη ζεστασιά του ύπνου, την προσμονή του καλοκαιριού—εκεί κοιμόμαστε κάτω απ’ τον ήλιο. Ίσως πάλι να μην έχουμε τίποτα, τί μένει να ‘χεις αν έχεις τα πάντα; Κι οι φράσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά λέξεις στη σειρά, κι οι λέξεις, με τη σειρά τους, γράμματα παραταγμένα, πίσω από τις κλειστές κουρτίνες σου μαθαίνω να συλλαβίζεις, γράμμα-γράμμα, εσύ μετά μου μαθαίνεις να χαμογελώ—στο τέλος πάντα λες τα πιο πολλά⋅ στο τέλος πάντα σε φιλώ στα μάτια και ξημερώνει, αλλά ζωή είναι ό,τι ζεις, άρα ό,τι θυμάσαι, άρα ό,τι καρφώνεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, μια ζεστή υγρασία που ξεκινά στο υπογάστριο και αναβλύζει από τα μάτια και τα δάκτυλά σου, στάσου μπροστά στην κάμερα και χαμογέλα, αρκεί αυτό⋅ άλλες, πάλι, φορές σε ταΐζω στο στόμα πολύχρωμα φρούτα, χυμοί σου στολίζουν το στήθος και την κοιλιά κι εσύ γελάς με το κεφάλι ριγμένο πίσω, γελάς ένα γέλιο ασταμάτητο, εξαγνiστικό, λούζομαι κι εγώ στο γέλιο σου κι αναρωτιέμαι ό,τι βάζει ο νους σου: αν άλλαξαν τροχιά οι πλανήτες, αν έχει νόημα το να βλέπεις και ν’ ακούς άμα μπορείς να αισθάνεσαι, αν με λογαριάζεις, αν σε νοσταλγώ, αν τραβιέται η κουρτίνα που χωρίζει τη ζωή μας σε βορρά και νότο... Κάθε φορά που ξημερώνει πίσω απ’ τις βαριές κουρτίνες και πρέπει να σύρω τον εαυτό μου ως τη στάση—τα πρωινά πάντα μουντός—κουρασμένος επειδή όλη τη νύχτα σε κράταγα ψηλά με το ‘να χέρι, ψηλά πάνω από το κεφάλι μου, και σου ‘δειχνα τον κόσμο, και εσύ όλη την ώρα κοιτούσες κάτω, σε μένα, κι εγώ πάνω, σε σένα, όσο τα βότσαλα της πίσω αυλής μου μάτωναν τα γυμνά πόδια, κρύα πάγος⋅ μόλις χθες σε κοίταζα από το παράθυρο της κουζίνας να με λούζεις, το νερό σταμάτησε στα μισά, ξέπλυνες τα μαλλιά μου με κλάματα, βγήκα στη στάση, φτάνει το 35Α, το δίπατο, στο απέναντι πεζοδρόμιο περπατούσες στις μύτες των ποδιών, ο ήλιος στην πλάτη σου, τόσο όμορφη, πόση ώρα θέλει άραγε το φως να φτάσει δυο χιλιάδες μίλια μακριά;
Α.
ΥΓ: με τα λόγια του Σεφέρη, «Τα δάχτυλά της/ στο θαλασσί μαντίλι/ κοίτα: κοράλλια».
[~ Άκης Παπαντώνης]
Τίποτα δεν θεωρώ δεδομένο. Κάθε μέρα που φεύγω από το σπίτι μου για να έρθω στο θέατρο, θα πω στο σκύλο μου, στο φίλο μου, στη φίλη μου, σε κάποιον "σας αγαπώ ό,τι και να τύχει". Να έχω πει ένα σ' αγαπώ κάπου.
~ Πυγμαλίων Δαδακαρίδης
Να τον αγαπάς τον εαυτό σου. Να τον πηγαίνεις βόλτα, να του αγοράζεις όμορφα ρούχα, να του μιλάς όμορφα, να του αγοράζεις εμπνευσμένα βιβλία, να τον πηγαίνεις ταξίδια, να τον θρέφεις σωστά. Και όταν τον αγαπήσεις πραγματικά θα μάθεις να απαιτείς κοντά του μόνο ανθρώπους που θα θρέφουν και την ψυχή του. Τίποτα λιγότερο από αυτό.
~ Φωτεινή Σταματοπούλου
Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις και όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ' αγάπησες.
Δεν θ' άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω...
~ Κατερίνα Γώγου
Αγάπα τον και στα μαύρα του τον άλλον. Αγάπα τον και όταν δεν θα θέλει να σου μιλήσει και όταν δεν θα είναι καλά και όταν θα σε απομακρύνει από κοντά του. Αγάπα τον ακόμα και όταν δεν θα αγαπάει ο ίδιος τον εαυτό του, γιατί εκεί αξίζει και χρειάζεται περισσότερο την αγάπη σου. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο γέλια και χαρές. Η ζωή είναι και πόνος. Πολύς πόνος. Και είναι κρίμα στον πόνο μας να μην έχουμε έναν άνθρωπο να μας αγαπά.
~ Οδυσσέας Ελύτης
Σαν παλιό σινεμά...
(Source: iremaoneira, Instagram)
[In the old days, if someone had a secret they didn't want to share... you know what they did?...They went up a mountain, found a tree, carved a hole in it, and whispered the secret into the hole. Then they covered it with mud. And leave the secret there forever.]
Κι απόψε
μες την έρημη την πόλη
που με βρήκες πάλι,
πάρε με κοντά σου
κρύψε με μες το παλτό σου
κάνε με κορμί δικό σου
ως την άκρη του μυαλού σου
ως την άκρη του ουρανού σου
τύλιξέ με στο κασκόλ σου
σαν παιδί, σαν άγγελό σου
να χαθώ στη μυρωδιά σου
να χορέψω στ' όνειρά σου
Η πόλη παίζει τη σκληρή
στα ενήλικα παιδιά της
κι αν λείπει το άλλο σου μισό
μισός μένεις κι εσύ.
~Χαρούλα Αλεξίου
[Έχει μάθει να το κάνει σωστά. Πρώτα αλέθεις τους κόκκους στο χέρι, βράζεις λίγο νερό στο βραστήρα με το λεπτό στόμιο, το αφήνεις να κάτσει για λίγο και μετά, αργά – το εννοώ, αργά – ρίχνεις το νερό στο χάρτινο φίλτρο. Όταν ο καφές είναι έτοιμος, ο Oshima βάζει την μικρότερη πρέζα ζάχαρη που μπορεί να πιάσει, για το εφέ πιο πολύ, αλλά καθόλου γάλα – είναι καλύτερα έτσι, επιμένει.] ~ Χαρούκι Μουρακάμι
(Source: troxospito_ , Instagram)


