“Elle avait dans les yeux, la force de son coeur.”
— Charles Baudelaire.

“Elle avait dans les yeux, la force de son coeur.”
— Charles Baudelaire.
Μετά από κάθε απογοήτευση, ήταν παγωμένη. Εκείνος χανόταν. Όταν επέστρεφε ξανά, εκείνη είχε προλάβει να πλέξει στο μυαλό της χίλιες δικαιολογίες. Και κάθε που τον έβλεπε ξανά, πίστευε πως κάτι σήμαινε. Τίποτα δεν σήμαινε.
Σήκωσε το ποτήρι της και γέλασε δυνατά, σχεδόν μανιακά. “Ξέρεις ποιον έχω να με κάνει χαρούμενη; Κανέναν.”
Τα μάτια της γυάλιζαν από το πολύ αλκόολ, το μεγάλο της χαμόγελο φανέρωνε την ειρωνεία, και ο αυτοσαρκασμός της ήταν απλά η επιφάνεια της αυτολύπησής της. ‘Ηπιε μια μεγάλη γουλιά και συνέχισε τον μονόλογο.
“Βλέπεις, όλοι θέλουν να στηρίζονται από κάπου, ή μάλλον, από κάποιον. Απ’ τον άνθρωπό τους. Κάποιον που σου γαληνεύει την ψυχή, κάποιον που ηρεμεί τους δαίμονές σου, κάποιον που θα σε αγγαλιάζει το βράδυ και θα σου ψιθυρίζει πως όλα θα πάνε καλά και συ θα ξέρεις ότι αυτό είναι αλήθεια γιατί θα ξυπνήσεις δίπλα του. Να μοιράζεσαι σκέψεις, φιλοδοξίες, όνειρα και καύλες. Να τον σκέφτεσαι όσο θα είσαι πνιγμένος στην δουλειά και να χαμογελάς απλά που υπάρχει, να σου φτιάχνει την διάθεση με ένα καλημέρα, να ξεχνάς το όνομά σου γιατί γίνεσαι το μωρό του, η αγάπη του, η ψυχή του. Και, μην με παρεξηγείς, νιώθω πολύ τυχερή για τους φίλους που έχω. Ναι, είναι εδώ πάντα για μένα και, ναι, ξέρω πως δεν πρέπει η ψυχολογία μου να εξαρτάται από τρίτους, να βασίζεται σε μια καλημέρα ή στο χαμόγελο κάποιου, πως πρέπει εγώ να είμαι από μόνη μου ολοκληρωμένη και μπλα μπλα μπλα, και το έχω καταφέρει αυτό, αλλά είναι ψεύτης όποιος σου πει πως ο έρωτας δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Πως ο έρωτας δεν σου δίνει έναν λόγο για να ξυπνάς κάθε πρωί με χαμόγελο.”
Τώρα το χαμόγελο είχε σβήσει από το πρόσωπό της. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει και έβλεπες τον αληθινό της πόνο που ήταν τόσο καλή στο να κρύβει. ‘Ηπιε μια ακόμη γουλιά και η φωνή της ήταν μόνο θλίψη και παράπονο.
“Νιώθω την μοναξιά σαν θηλιά να με πνίγει. Και παλεύω να πάρω ανάσα μα είμαι ακόμη μόνη μου”.
-Λέιλα, 13:56
Δεν είναι ποίημα, είναι επιστήμη.
Ο τρόπος με τον οποίο ερωτεύονται οι άντρες διαφέρει απ' τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύονται οι γυναίκες και αντίστοιχα ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι άντρες το σεξ, διαφέρει απ' αυτόν που το αντιλαμβάνονται οι γυναίκες.
Και στα 2 φύλα όταν ερωτεύονται, αυξάνονται τα ποσοστά της ντοπαμίνης στον οργανισμό τους. Η ντοπαμίνη είναι η ορμόνη που φέρνει το αίσθημα του ενθουσιασμού. Όταν ερωτευόμαστε είμαστε, προφανώς, ενθουσιασμένοι.
Αυτό όμως δε φτάνει, εφόσον την ντοπαμίνη μπορούμε να την αυξήσουμε με πολλούς τρόπους πέρα απ' τον έρωτα, κάνοντας δηλαδή πράγματα που μας ενθουσιάζουν και μας συναρπάζουν.
Οι γυναίκες διαθέτουν μια ακόμη ορμόνη, την ωκυτοκίνη (oxytocin). Η ωκυτοκίνη είναι η ορμόνη που λέμε "ερωτιάρικη", "χουχουλιάρικη", είναι αυτό το γλυκανάλατο, ρομαντικό αίσθημα που αισθάνονται οι γυναίκες και το οποίο αυξάνει όταν ερωτεύονται ένα άτομο.
Οι άντρες δε διαθέτουν την ωκυτοκίνη, διαθέτουν όμως μία αντίστοιχη ορμόνη, που ονομάζεται αγγειοπιεσίνη (vasopressin) και πάνω κάτω αντιστοιχεί στο ίδιο "ερωτιάρικο", "χουχουλιάρικο" αίσθημα που φέρνει η ωκυτοκίνη στις γυναίκες.
Η ουσιαστική διαφορά είναι όμως η εξής:
Κατά τη διάρκεια του σεξ, αυξάνονται τα ποσοστά της ντοπαμίνης και της ωκυτοκίνης στη γυναίκα. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα γίνεται περισσότερο ευαίσθητη και επιρρεπής όταν κάνει σεξ με κάποιον. Είναι δηλαδή δυνατό και πολύ πιο εύκολο, να ερωτευτεί πάνω στο σεξ, ανεξάρτητα αν βρίσκεται σε σχέση με το άτομο αυτό ή όχι.
Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια του σεξ για τους άντρες, αυξάνονται τα ποσοστά της ντοπαμίνης και της τεστοστερόνης. Η τεστοστερόνη εμποδίζει την αύξηση της αγγειοπιεσίνης. Ο άντρας εκείνη τη στιγμή δε μπορεί να αισθανθεί τα συναισθήματα που φέρνει η αγγειοπιεσίνη (δηλαδή αυτό το ρομάντζο) και συνεπώς είναι αδύνατο να ερωτευτεί, μέχρι να πέσουν τα ποσοστά της τεστοστερόνης του, ώστε να μπορέσουν να αυξηθούν αυτά της αγγειοπιεσίνης. Δηλαδή είναι αδύνατο να ερωτευτεί κατά τη διάρκεια του σεξ.
Το γεγονός αυτό καταστά τους άντρες ανίκανους να ερωτευτούν, αν η μεταξύ τους σχέση με κάποια εμμένει στο σεξ.
Όταν υπάρχει σεξ και μόνο σεξ, η γυναίκα μπορεί να ερωτευτεί (δυστυχώς), ο άντρας όχι.
Ο άντρας ερωτεύεται όταν δεσμευτεί. Όταν ο άντρας δεσμεύεται και βρίσκεται είτε σε μια κοινότυπη σχέση είτε σε σχέση τύπου γάμος, πέφτουν τα ποσοστά της τεστοστερόνης του και έτσι αυξάνονται αυτά της αγγειοπιεσίνης.
Αυτά ισχύουν για όλους από βιολογική άποψη. Προφανώς και δεν ερωτεύεται μία γυναίκα κάθε φορά που θα κάνει σεξ με κάποιον. Οι καθοριστικοί παράγοντες είναι αυτοί, υπάρχουν όμως κι άλλοι δευτερεύοντες όπως πχ τα ποσοστά σεροτονίνης (η ορμόνη της ευτυχίας). Άτομα που διαθέτουν αυξημένα ποσοστά σεροτονίνης, τείνουν να αφήνουν ευκολότερα ανθρώπους, χωρίς να πληγώνονται ιδιαίτερα και να αλλάζουν γρηγορότερα τους ερωμένους τους.
ussoccer_wnt: Fun fact: Connecticut is the Nutmeg State. @tobinheath 👀👀👀
Δεν θελω να δεθω με κάποιον πλέον γιατί πάντα στην αρχή πιστεύω ότι είναι διαφορετικός αλλά πάντα καταλήγουμε στο «είναι ίδιος με τους άλλους»