Ξεκίνησε κάπως περίεργα η φάση μεταξύ μας. Άπειροι και οι δύο ακόμη και στο φλερτ. Στο έπαιζα δύσκολη αλλά δεν μάσησες, επέμενες. Βγήκαμε αρχές Σεπτεμβρίου για να μιλήσουμε. Συνεχίζαμε να βγαίνουμε μέχρι Οκτώβριο όπου και μέσα του μήνα δώσαμε το πρώτο μας φιλί. 4 χρόνια μετά ακόμη θυμάμαι την γεύση και την δροσιά του φιλιού σου. Θυμάμαι την αμηχανία μας. Λίγο αργότερα μαλώσαμε για πρώτη φορά, μα επιμείναμε να είμαστε μαζί. Βγαίναμε, πηγαίναμε για φαγητό και για ταινίες. Γελούσες με τα αστεία μου και εγώ με τα δικά σου. Μου άρεσε πολύ που ξεκλέβαμε λίγα λεπτά πριν το φροντιστήριο για να συναντηθούμε. Δεν άργησαν να έρθουν και οι επόμενοι τσακωμοί και όταν εγώ κουράστηκα, εσύ ήσουν εκεί να επιμένεις ότι αξίζουμε άλλη μια ευκαιρία και άλλη μια και άλλη μια... Σιγά σιγά η αθωότητα σου, έφευγε και μου άρεσε η άλλη σου πλευρά. Μετά από 6.5 μήνες ήρθε ο πρώτος χωρισμός. Όταν ήμουν επιφυλακτική να ξανά βγω μαζί σου, εσύ ήσουν εκεί να επιμένεις και να με πείσεις πως αξίζει να ξαναπροσπαθήσουμε. Ο δεύτερος χωρισμός δεν άργησε.
Ξανά βγήκαμε μετά από μήνες για να μιλήσουμε και ήταν όλα τόσο μαγευτικά. Σαν σκηνή κλεμμένη απο βιβλίο. Σα να μην πέρασε μια μέρα. Σα να ήμασταν παιδιά που παίζανε με την βροχή αγνοώντας τα πάντα και τους πάντες. Πόσο ήθελα να σε φιλήσω. Και εσύ, το ξέρω, αλλά ήξερες ότι βγήκα κρυφά μαζί σου εκείνο το βράδυ. Και απο γονείς και από "τον άλλον" όπως τον αποκαλούσες. Από εκεί και πέρα, μόνο τα βλέμματα μας μαρτυρούσαν πως εμείς οι δύο ήμασταν κάτι παραπάνω από παλιοί γνωστοί.
Μετά από μήνες, στο πάρτι μιας κοινής φίλης σε είδα ξανά. Είχε τόσα πολλά άτομα αλλά για εμένα υπήρχες μόνο εσύ. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο παρά μόνο να σε κοιτάω συνέχεια και να αφομοιώσω την ομορφιά σου. Να την αποστηθίσω. Γιατι ήξερα οτι μετά το πάρτι ίσως να μην σε ξαναέβλεπα. Σε χάζευα. Κάθε κίνηση σου ήταν ένας λόγος να σε ερωτευτώ ακόμη περισσότερο. Όταν βγήκαμε έξω στην αυλή για να μιλήσουμε στο ορκίζομαι ένιωθα πως η καρδιά μου θα έσπαγε. Και εκείνη την στιγμή, που έγυρες προς το μέρος μου και τα χείλη μας συναντήθηκαν ξανά μετά από τόσο καιρό. Θυμόμουν ακόμη την γεύση σου. Ποτέ δεν την ξέχασα. Ένωσες όλα τα σπασμένα κομμάτια μου. Εξαφάνισες κάθε μου στεναχώρια, κάθε άσχημη σκέψη μου, κάθε άγχος. Και ας ήταν μόνο για λίγο. Εγώ ένιωθα πλήρης και ευτυχισμένη. Ευτυχία. Τι δύσκολη λέξη για να την ξεστομίσεις. Την επόμενη μέρα έτοιμη η δικαιολογία: "ήταν κάτι της στιγμής". Συνεχίσαμε να καταδικάζουμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου με τα βλέμματα μας που όλο κάτι ήθελαν να πουν μα τίποτα δεν έλεγαν. Ξαναβγήκαμε 10 μήνες περίπου μετά, την ημέρα της γιορτής μου. Πήγαμε κάτσαμε σε μια στάση λεωφορείου. Δεν βλέπαμε το φεγγάρι από εκεί οπότε συμφωνήσαμε να προσποιηθούμε ότι ένα φως θα ήταν το φεγγάρι μας. Με φίλησες. Μου είπες ότι δεν θα με ξεχάσεις ποτέ. Ό,τι ζήσαμε ήταν αληθινό. Σου είπα ότι σ'αγαπώ και σου έδωσα το αγαπημένο μου κολιέ. Να με θυμάσαι. Δεν σε ξαναείδα από τότε.
Μέχρι που μια μέρα, έλαβα ένα μήνυμα από μια κοινή φίλη μας ότι θα ερχόσουν στην πόλη που σπουδάζω. Αγχώθηκα γιατί είχα να σε δω πάρα πολύ καιρό. Την επόμενη μέρα έμαθα από τη φίλη μας πως πήγατε στο Πανεπιστήμιο μου για να με δείτε. Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται σαν κόμπος. Ήθελες να με δεις μετά από τόσο καιρό; δεν με ξέχασες; δεν με μισούσες; Κανονίσαμε να συναντηθούμε σε μια καφετέρια απλώς για να χαιρετήσω. Καθώς περνούσα απέξω βγήκε πρώτα η φίλη μας, με αγκάλιασε και μου είπε ότι περιμένεις και εσύ να έρθεις έξω να τα πούμε. Από το άγχος μου δεν το άκουσα και έφυγα. Στη μέση της διαδρομής συνειδητοποίησα τι μου είπε και γύρισα πίσω τρέχοντας. Τότε βγήκες και με αγκάλιασες τόσο σφιχτά. Ψήλωσες και άλλαξες. Μου μιλούσες πολύ οικεία. Κανονίσαμε να βγούμε το επόμενο βράδυ. Μετά τον καφέ μας που ένιωσα πολλές φορές το βλέμμα σου να καρφώνει με θράσος την ψυχή μου ήρθε η ώρα να φύγουμε. Περιμέναμε στην στάση. Ανεβήκαμε κάτσαμε δίπλα δίπλα και συνεχίσαμε να λέμε τις βλακείες μας όπως παλιά. Επίτηδες δεν κατέβηκα στην στάση μου για να κατέβω μετά μαζί σου. Οι φίλοι σου δεν σήκωναν το τηλέφωνο για να βγείτε και έτσι σου πρότεινα να έρθεις σπίτι μου να κάτσουμε μαζί. Δέχτηκες με μεγάλη προθυμία κάτι που με ξάφνιασε. Ήθελα να δεις τον χώρο μου. Ξες, ο χώρος που περνάει ένας άνθρωπος αρκετές ώρες της ημέρας του εκεί αφήνει κάτι από τον εαυτό του. Άρχισες να μου μιλάς για την καινούργια σου ζωή, τα παράπονα σου για τα πάντα. Όλα αυτά που βασάνιζαν το μυαλό μου όλα αυτά τα χρόνια. Τις καινούργιες σου παρέες, τα μέρη που συχνάζεις, πως είναι η φοιτητική σου πόλη και αν σου αρέσει. Αν περνάς καλά, αν προσέχεις, τι σχέδια έχεις για το μέλλον, που σκέφτεσαι να πας για διακοπές, αν μάλωσες με την παλιά σου παρέα, αν διαβάζεις και αν περνάς τα μαθήματα. Μου έλυσες όλες αυτές τις απορίες και κάπως μέσα μου ηρέμησα. Μετά κατεβήκαμε κάτω για να πάω στην στάση. Σου είπα να μη περιμένεις τζάμπα αλλά μου έκανες παρέα. Όταν είδα το λεωφορείο να πλησιάζει πήγα να περάσω απέναντι με αρπαξες από το χέρι και μου είπες "αγκαλιά δεν έχει;". Σε αγκάλιασα, και πέρασα απέναντι. Λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν ανέβω στο λεωφορείο σε είδα που γύρισες και με κοίταξες. Εκείνο το βλέμμα σου δεν μπορώ να το ξεχάσω.
Σε πετυχαίνω έναν χρόνο μετά και κάθεσαι δίπλα μου να πούμε "τα νέα" μας. Μου είπες ότι είσαι περήφανος για εμένα. Ξέρεις τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις για εμένα; Θα μάθεις ποτέ άραγε; και μετά φεύγεις. Πάλι. Όλο φεύγεις. Και εγώ μένω μόνη μου. Πάντα.
Όταν χωρίσαμε, μου είπες πως με ευχαριστείς επειδή σε αγάπησα στιγμές που δεν αγαπούσες εσύ τον εαυτό σου. Πώς είναι τώρα δυνατόν εγώ να σταματήσω να σε αγαπάω;! Μου λείπουν τα χτυποκαρδια λίγο πριν σε συναντήσω, λίγο πριν με φιλήσεις. Χρονιά μετά εγώ εδώ να επιμένω για κάτι που ήταν παλιό δικό μου και ίσως να μη ξανά γίνει ποτέ .
Στην πρώτη αγάπη





