Γιαγιά,έλα να πιούμε τον καφέ μας.
ασυνέσθητα χτύπησε το ξυπνητήρι,
πάλι ξύπνησα σήμερα για άλλη μια Δευτέρα
χάζεψα λίγο στο κινητό και πήγα στην κουζίνα
έφτιαξα πάλι έναν καφέ σε εκείνο το ποτήρι που λάτρευες όποτε ερχόσουν σπίτι
εκείνο το μεγάλο που γυάλιζε περισσότερο απο όλα τα άλλα
πήγα στο δωμάτιο άνοιξα τα εξώφυλλα και καλημέρισα τον σκύλο
καθόταν έξω ξαπλωμένος μέσα στον ήλιο
στον ήλιο που λάτρευες,τον ήλιο του χειμώνα.
Πήρα το ποτήρι μου και βγήκα έξω στο δρόμο με τις πιτζάμες
πάντα έτσι έκανα και εσύ γελούσες όταν με έβλεπες να φοράω
καρδούλες,αρκουδάκια σαν μικρό παιδί,
ανέβηκα τις σκάλες του σπιτιού σου και κοίταξα το μεγάλο τζάμι που συνόδευε
είδα τα παπούτσια σου δίπλα και την ομπρέλα σου,
έβαλα τα κλειδιά άνοιξα την πόρτα
άνοιξα τα πατζούρια και την τηλεόραση
έβαλα τις κουτσομπολίστικες πρωινές εκπομπές που λάτρευες να κοιτάς
και που εγώ μισούσα και γέλαγα παράλληλα όταν δεν καταλάβαινες κάτι καλά
και το παραποιούσες με τον δικό σου τρόπο
και που μου έλεγες να μην κάνω φασαρία για να ακούσεις
για λίγο σε αισθάνθηκα και μονολογούσα τις κουβέντες σου
τις ιστορίες σου με την παππού και τον γάμο σου
και την ζωή σου τότε και άκουγα σαν ευαγγέλιο τις συμβουλές σου
για μια στιγμή αισθάνθηκα πως είσαι κάπου δίπλα μου.
αυτές τις ώρες μου λείπεις περισσότερο απο οτιδήποτε
έλα να πιούμε τον καφέ μας.